Πέτρος Κ. Μαυροειδής: «Ο υπέροχος Ελληνας έχασε το δρόμο εδώ και δεκαετίες»

Της Αννας Γριμανη, “Κ”, Η Καθημερινή

Η ελληνικότητα είναι αίσθημα ή συνείδηση;

Δεν νομίζω ότι υπάρχει πύρινο τείχος ανάμεσα στα δύο. Η ελληνικότητα για μένα είναι ό,τι αξίες και όποιο αίσθημα κουβαλώ μέσα μου από την οικογένειά μου, η οποία έζησε με ελληνική συνείδηση για πολλά χρόνια έξω από τη γεωγραφική Ελλάδα, μην έχοντας σχέση με σύνορα και λάβαρα.

Τι πιο μικρό ελληνικό αγάπησα.

Ενα βότσαλο από τη Μάνη, που μου έδωσε η μεγάλη μου κόρη και ακόμα το κρατώ.

Η υπέροχη εκδοχή του Ελληνα.

Ο υπέροχος Ελληνας έχασε το δρόμο εδώ και δεκαετίες. Οι oιωνοί για την παλιννόστησή του μόνο καλοί δεν είναι, αφού φαίνεται ότι… μάλλον χάθηκε και η πυξίδα.

Αυτό που με χαλάει.

Οτι δεν υπάρχει σεβασμός στην ελληνική κοινωνία για μια προσπάθεια εξέλιξης, με την κυριολεκτική έννοια του όρου – μιλώ για την επιχειρηματικότητα. Oι λαϊκοί ήρωες στην Ελλάδα είναι ό,τι προσωπικά αποφεύγω στις καθημερινές μου συναλλαγές.

Προσόν ή μειονέκτημα να είσαι Ελληνας σήμερα;

Δεν το βλέπω έτσι και ελπίζω ο κόσμος να μη με κρίνει για έναν «τίτλο» που μου αποδόθηκε λόγω καταγωγής, χωρίς γι’ αυτό να εργαστώ διόλου, αλλά να κριθώ για ό,τι έως σήμερα δημιούργησα και για τα λίγα που προσπαθώ να καταφέρω με τη δουλειά μου.

Παράγει πολιτισμό ο Ελληνας της νέας εποχής ή μένει προσκολλημένος σε μια ρητορική ελληνικότητα;

Πολιτισμός σημαίνει συνδυασμός στοιχείων ζωής, όπως και ξεχωριστές δημιουργικές καταστάσεις – κατά μία έννοια, όλο και κάτι αξιόλογο γίνεται στην Ελλάδα, που πιστεύω όμως ότι εδώ και καιρό περνά στο περιθώριο της ελληνικής κοινωνίας. Ωστόσο, αυτό που συμβαίνει θεωρώ ότι δεν έχει την πολιτισμική οντότητα αυτού που κάποτε διαδραματιζόταν.

Με ποια ταυτότητα οι Ελληνες περιέρχονται τον σύγχρονο κόσμο;

Μπορώ να μιλήσω μόνο για τον εαυτό μου: δεν ξεκινώ από το διαβατήριό μου και δεν κρίνω κανέναν και καμία από το διαβατήριο.

Το ελληνικό μου «γιατί» κι ένα «πρέπει» που πέταξα.

Πέταξα πολλά «πρέπει», γιατί ευτυχώς κατάλαβα νωρίς ότι η προσωπική μου άποψη σε διάφορα θέματα είναι ατελής. Το «γιατί» μου δεν είναι ελληνικό· πρόκειται για ένα «γιατί» που γεννιέται παντού, από τη συνταγή ενός ινδικού φαγητού που μαγειρεύει η πεθερά μου μέχρι τη δουλειά συναδέλφων μου που αληθινά θαυμάζω.

Ο Ελληνας ποιητής μου.

Ο Γιώργος Σεφέρης, εάν πρέπει να διαλέξω έναν. Μου αρέσει όμως ο τρόπος που γράφουν για την Ελλάδα o Patrick Leigh Fermor, o Henry Miller και άλλοι.

Η αδιαπραγμάτευτη ελληνική αλήθεια μου.

Η ρήση του Ισοκράτη «πας μετέχων της ελληνικής παιδείας, Ελλην». Αλίμονο, χαμένη και αυτή στην καθημερινή ελληνική πραγματικότητα.

Η Οδός των Ελλήνων στον παγκόσμιο χάρτη – ορίστε την.

Για το μέλλον, όπως οι περισσότεροι φαντάζομαι, δεν έχουμε ολοκληρωμένη πληροφόρηση, δεν μπορώ να μιλήσω. Από εκεί που εκκινήσαμε πάντως κάνουμε συνεχώς βήματα προς τα κάτω και αραιά και πού υπάρχει μια απόπειρα απογείωσης, που συνήθως όμως είναι ατομική (Νανόπουλος, Αλεξάκης κ.ά.) και όχι ομαδικό σπορ. Ελπίζω όμως ακόμη.

* Ο Πέτρος Κ. Μαυροειδής είναι καθηγητής στο Columbia University στη Νέα Υόρκη, όπου διδάσκει Διεθνές Εμπόριο.

Advertisements

Χρήστος Λύκος: «Το ελληνικό φως δεν μπορεί να ηττηθεί»

EIKONOΓPAΦHΣH: Τιτινα Χαλματζη

Της Αννας Γριμανη, “Κ”, Η Καθημερινή

Η ελληνικότητα είναι αίσθημα ή συνείδηση;

Για μένα η ελληνικότητα είναι ένας ταξιδιωτικός σάκος γεμάτος με κάθε λογής αντικείμενα, που τον πήρα στην πλάτη όταν έφυγα. Αυτά που περιείχε τα πήρα μαζί μου χωρίς να σκεφτώ, μερικά δεν τα είχα ούτε καν διαλέξει ο ίδιος. Αυτή η ελληνικότητα είναι αίσθημα. Οσο μακραίνει το ταξίδι, τόσο ξεδιαλέγει κανεις μέσα απ’ το σάκο αυτά που του χρειάζονται από εκείνα που είναι περιττά. Ο,τι απομένει γίνεται μέρος της συνείδησης.

Τι πιο μικρό ελληνικό αγάπησα.

Μεγάλωσα στο κατάστημα τροφίμων των γονιών μου και θυμάμαι κάτι μικροσκοπικές κονσέρβες με τοματοπολτό – ήταν δεν ήταν 100 γραμμάρια περιεχόμενο και λίγα εκατοστά σε διάμετρο και ύψος. Τα κονσερβοκούτια είχαν κόκκινο φανταχτερό χρώμα και στη μέση το σήμα της εταιρείας, έναν κύκνο, με καλλιγραφική περιγραφή: «Κονσερβοποιία Κύκνος – Ναύπλιον». Είχα γίνει «φίλος» μ’ αυτές τις μικροσκοπικές κονσέρβες και φρόντιζα να τις βάζω πάλι σε τάξη όποτε κάποιος ατζαμής πελάτης γκρέμιζε τις στοίβες που είχαμε στήσει τόσο προσεκτικά.

Η υπέροχη εκδοχή του Ελληνα.

Εχει μια πηγαία αρχοντιά και αξιοπρέπεια στο φέρσιμό του, είναι ανοιχτός στη ζωή και στον κόσμο, επιστρατεύει πρωτοβουλία και ευφυΐα στις δυσκολίες και κρύβει έναν βαθιά υγιή σαρκασμό-ασπίδα απέναντι στις νευρώσεις και στα συμπλέγματα.

Αυτό που με χαλάει.

Η αρχοντιά που ευτελίζεται σε άσκοπη σπατάλη για λόγους επίδειξης, η εθνική εσωστρέφεια, η ευφυΐα που εκφυλίζεται σε απάτη και διαφθορά και ο σαρκασμός που εκπίπτει σε εγωκεντρισμό και απώλεια της αίσθησης των κοινωνικών ευθυνών.

Προσόν ή μειονέκτημα να είσαι Ελληνας σήμερα;

Τίποτε απ’ τα δύο. Στο χώρο όπου εργάζομαι, στις φυσικές επιστήμες, η εθνικότητα δεν παίζει κανένα ρόλο. Ιδωμένο γενικότερα, και πάλι, δεν μπορώ να πω αν είναι προσόν ή μειονέκτημα, μια και αυτό εξαρτάται από τον τρόπο που διαχειρίζεται κανείς τις εθνικές και πολιτιστικές του ιδιαιτερότητες.

Παράγει πολιτισμό ο Ελληνας της νέας εποχής ή μένει προσκολλημένος σε μια ρητορική ελληνικότητα;

Οι τρόποι με τους οποίους οι άνθρωποι παράγουν πολιτισμό είναι αμέτρητοι, ακόμα και στην κοινή τους καθημερινότητα, επομένως η απάντησή μου στο πρώτο μέλος της διάζευξης είναι καταφατική. Ρήτορες της ελληνικότητας έχουμε να φάνε κι οι κότες, ο σκοπός είναι να μην τους παίρνουμε στα σοβαρά. Τότε μπορεί και να σταματήσουν τις φλυαρίες τους.

Με ποια ταυτότητα οι Ελληνες περιέρχονται τον σύγχρονο κόσμο;

Με μια ταυτότητα δυστυχώς παραχαραγμένη, αυτή του περιούσιου και κατατρεγμένου λαού, που όλοι τού χρωστάνε εσαεί και, αντί να γονατίσουν με ευλάβεια μπροστά στο μεγαλείο του Ελληνισμού, απεργάζονται χθόνια σχέδια για την εξόντωσή του.

Το ελληνικό μου «γιατί» κι ένα «πρέπει» που πέταξα.

Γιατί η ελληνική κοινωνία έχει βαλθεί ν’ αυτοκαταστραφεί; Το «πρέπει» που πέταξα ήταν η ανοησία ότι οφείλω να εκπληρώσω τις προσδοκίες άλλων, για τις οποίες δεν φέρω καμία ευθύνη. Εδώ, την αρχή έκανε ο Feynman με το περίφημο «και τι σε νοιάζει τι νομίζουν οι άλλοι για σένα» και το αποτελείωσε ο Ελύτης γράφοντας «πιάσε το πρέπει από το π και γδάρε το ίσαμε το ι».

Ο Ελληνας ποιητής μου.

Υπάρχουν οι ίδιοι, πέντε – έξι ποιητές που εναλλάσσονται τα τελευταία 15 – 20 χρόνια, ανάλογα με την περίοδο της ζωής μου και τη διάθεσή μου. Εδώ και κάμποσο καιρό, ξαναδιαβάζω με ενδιαφέρον τα Απαντα του Καβάφη.

Η αδιαπραγμάτευτη ελληνική αλήθεια μου.

Οτι το ελληνικό φως δεν μπορεί να ηττηθεί – κάτι τέτοιο είναι αδιανόητο.

Η Οδός των Ελλήνων στον παγκόσμιο χάρτη – ορίστε την.

Ο μίτος της Αριάδνης που διακρίνω στο λαβύρινθο της ιστορίας ως Ελλήνων είναι η γλώσσα μας. Το γεγονός ότι -μαζί με τόσους άλλους Ελληνες- με συγκινεί το «Ω γλυκύ μου έαρ» όσο και το «Μέρα Μαγιού μού μίσεψες», το ότι μαθαίνουμε στο σχολείο για την «τεθλασμένη γραμμή», αλλά φοβόμαστε «μη γίνει καμιά στραβή»,ότι μ’ ένα σάλτο περνάμε από τον Προμηθέα Δεσμώτη στον Βάρναλη και από τον Ομηρο στον Σολωμό. Αυτό δεν μας κάνει ούτε καλύτερους από τους άλλους λαούς ούτε περιούσιους: είναι απλώς ο καθαρά διακριτός, δικός μας δρόμος.

* Ο Χρήστος Λύκος είναι καθηγητής Θεωρητικής Φυσικής στο Πανεπιστήμιο της Βιέννης.

Πάνος Αντσακλής: «Οσοι ζούμε μακριά έχουμε λίγο… τον Οδυσσέα μέσα μας»

EIKONOΓPAΦHΣH: Τιτινα Χαλματζη

Της Αννας Γριμανη, “Κ”, Η Καθημερινή

Η ελληνικότητα είναι αίσθημα ή συνείδηση;

Eξαρτάται από το πού κανείς ζει. Στο εξωτερικό γίνεται συνείδηση, διότι κατανοείς βαθιά ότι συνδέεται με τη γνώση της ιστορίας, του πολιτισμού, της γλώσσας και της παράδοσης – όλα αυτά που απορροφούμε στο ελληνικό περιβάλλον και στο σχολείο. Ενώ στην Ελλάδα την ελληνικότητα τη ζούμε καθημερινά, οπότε είναι περισσότερο αίσθημα. Θεωρητικά και σωστότερα γνωρίζεις τη χώρα σου εκτός συνόρων, πέραν των βιωμάτων σου, και τότε συγκρίνεις, ρωτάς κι αντιπαραθέτεις. Θυμάμαι τι εντύπωση μου έκανε όταν συνειδητοποίησα πόσο πολύ η ζωή μας στην Ελλάδα είναι δεμένη με το ημερόλογιο της εκκλησίας, όταν λέμε π.χ. ότι θα κάνουμε αυτό μετά τα Φώτα ή το άλλο μετά τον Δεκαπενταύγουστο!

Τι πιο μικρό ελληνικό αγάπησα.

Τα χρώματα και τις μυρουδιές. Τον γαλάζιο κόλπο στην Καλαμάτα, τα άσπρα κυκλαδικά σπίτια στη Σίφνο, το κόκκινο ηλιοβασίλεμα στο Σούνιο, τις ανθισμένες πορτοκαλιές, το βαρύ, γλυκό άρωμα του γιασεμιού στον κήπο.

Η υπέροχη εκδοχή του Ελληνα.

Οταν διαθέτει αυτοπεποίθηση ότι θα επιτύχει και δημιουργικότητα, όπως και μια καταπληκτική δυνατότητα να προσαρμόζεται στις καταστάσεις.

Αυτό που με χαλάει.

Οταν τα παραπάνω προσόντα, που μπορεί να μας κάνουν υπέροχους, χρησιμοποιούνται για να δείξουμε ότι είμαστε πιο έξυπνοι από τους άλλους και τότε το μόνο που καταφέρνουμε είναι να χαντακώνουμε τους εαυτούς μας και τον τόπο μας.

Προσόν ή μειονέκτημα να είσαι Ελληνας σήμερα;

Είναι προσόν. Είμαστε και πρέπει να είμαστε υπερήφανοι για τη μοναδική κληρονομιά μας, που έχει όμως και βαριές υποχρεώσεις εάν θέλουμε να συνεχίσουμε την παράδοση. Μην ξεχνάμε, επίσης, ότι πολλά μπορούμε να μάθουμε από άλλους λαούς με τις δικές τους κληρονομιές.

Παράγει πολιτισμό ο Ελληνας της νέας εποχής ή μένει προσκολλημένος σε μια ρητορική ελληνικότητα;

Γνωρίζω καλύτερα το πεδίο των θετικών επιστημών κι εκεί οι Ελληνες έχουν σημαντικότατες επιτυχίες. Η ρητορική ελληνικότητα δεν βοηθάει στον συναγωνισμό με επιστήμονες από την Ινδία ή την Κίνα ή από άλλες χώρες του κόσμου. Ο Ελληνας παράγει πολιτισμό εμπνεόμενος από τον Ευκλείδη, τον Αρχιμήδη, τον Διόφαντο, με την υποστήριξη της οικογένειάς του και με πολύ σκληρή δουλειά.

Με ποια ταυτότητα οι Ελληνες περιέρχονται τον σύγχρονο κόσμο;

Με διάφορες ταυτότητες. Οι Ελληνες προσαρμόζονται, άλλοι διατηρούν έντονα την ελληνική ταυτότητά τους, άλλοι γίνονται πολίτες του κόσμου, όμως κατά βάθος είναι πάντοτε Ελληνες – λίγοι είναι εκείνοι που απαρνιούνται την ελληνικότητά τους. Πρέπει όμως να ενισχύσουμε την ελληνικότητα της οικογένειας στο εξωτερικό ώστε τα παιδιά να μαθαίνουν τουλάχιστον την ιστορία μας και να αισθάνονται υπερήφανα για την καταγωγή τους. Μου φαίνεται όμως ότι η Ελλάδα έχει πάντα άλλες ασχολίες και άλλα ενδιαφέροντα ή προβλήματα, που αποκτούν φοβερές διαστάσεις μέσω των ΜΜΕ, ανεξαρτήτως του βαθμού σοβαρότητάς τους.

Το ελληνικό μου «γιατί» κι ένα «πρέπει» που πέταξα.

Δεν νομίζω να έχω πετάξει τίποτα, ίσως μόνο την ελληνική νοοτροπία να ρίχνουμε τις ευθύνες σε άλλους… κάτι που δεν έμαθα ποτέ μεγαλώνοντας.

Ο Ελληνας ποιητής μου.

Ο Καβάφης με την Ιθάκη και ο Ομηρος με την Οδύσσεια – ιδιαίτερα εμείς, που ζούμε μακριά έχουμε λίγο… τον Οδυσσέα μέσα μας! Εάν βέβαια με ρωτήσετε ποιοι είναι οι Ελληνες επιστήμονες, εφευρέτες, μηχανικοί που θαυμάζω, θα σας πω τον Αρχιμήδη, τον Διόφαντο, τον Ηρωνα και τον Κτεσίβιο της Αλεξάνδρειας.

Η αδιαπραγμάτευτη ελληνική αλήθεια μου.

Στα περασμένα 180 χρόνια, σαν κράτος έχουμε κάνει πολλά λάθη, όμως προοδεύσαμε, ίσως όχι τόσο όσο θα ήταν δυνατόν. Η ελληνική παιδεία, που αποτελεί και την αδιαπραγμάτευτη αλήθεια μου, πρέπει ν’ αποτελέσει το μέλλον για τους νέους με μόνο κριτήριο το τι είναι βέλτιστο για την εκπαίδευσή τους.

Η Οδός των Ελλήνων στον παγκόσμιο χάρτη – ορίστε την.

Οι Ελληνες επιστήμονες του εξωτερικού και η πραγματικά τεράστια δυναμική τους – τα επιτεύγματά τους ορίζουν, κατά την κρίση μου, τη σύγχρονη Οδό των Ελλήνων. Γεγονός που σήμερα η Ελλάδα πρέπει να το εκμεταλλευτεί, δημιουργώντας δυνατότητες ώστε εκείνοι να έρχονται περιοδικά στον τόπο τους ως επισκέπτες ερευνητές, είτε για διαλέξεις είτε για έρευνα. Ας βρούμε τον τρόπο να το επιτύχουμε κι ας μην τα περιμένουμε όλα από το κράτος – «συν Αθηνά και χείρα κίνει» έλεγαν και ήξεραν!

* Ο Πάνος Αντσακλής είναι μηχανολόγος ηλεκτρολόγος και διδάσκει συστήματα αυτομάτου ελέγχου στο Πανεπιστήμιο Notre Dame στην Αμερική, όπoυ κατέχει την έδρα Brosey. Είναι συντάκτης του διεθνούς επιστημονικού περιοδικού ΙΕΕΕ Transactions on Automatic Control, πρόεδρος της επιστημονικής επιτροπής του Max-Planck Institute στο Magdeburg στη Γερμανία και πρόεδρος του Mediterranean Control Association.

Ανδρέας Μανδέλης: «Θεωρώ τον Ελλαδίτη Ελληνα ηρωικό πρόσωπο»

EIKONOΓPAΦHΣH: Τιτινα Χαλματζη

Της Αννας Γριμανη, “Κ”, Η Καθημερινή

Η ελληνικότητα είναι αίσθημα ή συνείδηση;

Είναι πρώτα συνείδηση που γίνεται πιο εναργής στους Ελληνες της διασποράς, καθώς εμείς ζούμε σε κοινωνίες-μωσαϊκά, όπως αυτή του Καναδά και γενικότερα της Β. Αμερικής. Ο δρόμος είναι προσωπικός, μακρύς, διαμορφωμένος από βιώματα και καταλήγει στη συνειδητοποίηση της μοναδικότητας της ελληνικής κληρονομιάς. Οσο γιγαντώνεται η συνείδηση, γεννιέται το αίσθημα και μια επίμονη ορμή σε σπρώχνει να κάνεις ό,τι περνάει από το είναι σου, ώστε αυτή η συνειδητή ελληνικότητα να επιζήσει πέρα από εσένα και τα παιδιά σου.

Τι πιο μικρό ελληνικό αγάπησα.

Ο Ανθωνας (Μποσκέτο) στην Κάτω Πλατεία της Κέρκυρας, όπου γεννήθηκα και πρωτογνώρισα το άρωμα του καλοκαιριού, των ελληνικών λουλουδιών και το πανέμορφο χρώμα της πεταλούδας Monarch που φτερούγιζε στο φόντο του καταγάλανου κερκυραϊκού ουρανού.

Η υπέροχη εκδοχή του Ελληνα.

Αυτή του υπερπόντιου Ελληνα και της Ελληνίδας που άφησαν την πατρίδα με ένα όνειρο-σκοπό, επιμένοντας υπερήφανα στη σκληρή δουλειά. Πέτυχαν και διέπρεψαν τιμώντας την ελληνική τους καταγωγή. Ομως, θεωρώ τον Ελλαδίτη Ελληνα, ακόμη κι αν δεν ασπάζεται εύκολα φρέσκες νοοτροπίες, ένα ηρωικό πρόσωπο, αφού για το ανάλογο όραμα μάχεται κυριολεκτικά στην πατρίδα του για την κοινωνική δικαιοσύνη και την προσωπική του καταξίωση.

Αυτό που με χαλάει.

Η μικροψυχία, οι διανοητικές παρωπίδες, ο στρουθοκαμηλισμός και ο ωχαδερφισμός που επικρατούν στην Ελλάδα του σήμερα – ίσως ως Ελληνας της διασποράς συνήθισα να έχω μεγαλύτερες απαιτήσεις από τον εαυτό μου και θέλω να αισθάνομαι υπερήφανα για τη χώρα μου. Ετσι «η Ελλάδα με πληγώνει», όπως σοφά είπε ο Σεφέρης.

Προσόν ή μειονέκτημα να είσαι Ελληνας σήμερα;

Το να είσαι Ελληνας είναι αναγνωρισμένο σημείο πολιτιστικής και πολιτισμικής αναφοράς, κάτι, αν θέλετε, σαν «οριακή συνθήκη» όπως στα μαθηματικά κι αποτελεί μοναδικό προσόν. Ομως οι συνυφασμένες με αυτό διεθνείς προσδοκίες είναι ανάλογα υψηλές, ενώ συχνά το αποτέλεσμα που προκύπτει είναι αρνητικό και συγκριτικά μειονεκτικότερο σε σχέση με τη δραστηριότητα άλλων λαών στο πολυπολιτισμικό μωσαϊκό της Βόρειας Αμερικής.

Παράγει πολιτισμό ο Ελληνας της νέας εποχής ή μένει προσκολλημένος σε μια ρητορική ελληνικότητα;

Είναι σαν τον γόρδιο δεσμό. Πριν από 40 χρόνια έφυγα από την Ελλάδα, γιατί αισθανόμουν ότι η εμμονή σε μια ρητορική ελληνικότητα συνδεδεμένη με το πολυχιλιόχρονο και ένδοξο παρελθόν ήταν όχι μόνο στείρα υπόθεση, αλλά κι ένα σωσίβιο δικαιολογίας στη νεοελληνική αδράνεια, ένας φραγμός που εμπόδιζε τον εκσυγχρονισμό και την πρόοδο. Ζώντας έξω από τη χώρα συνειδητοποίησα εμπειρικά ότι, σαν σε θέατρο του παραλόγου, ο Ελληνας παράγει αξιόλογο πολιτισμό, ακριβώς γιατί η προσκόλλησή του στην ελληνικότητα γίνεται βίωμα και τον κάνει ανταγωνιστικό και παραγωγικό.

Με ποια ταυτότητα οι Ελληνες περιέρχονται τον σύγχρονο κόσμο;

Οι Ελληνες της διασποράς έχουν ισχυρή πολιτιστική ταυτότητα σμιλευμένη από τα ιδανικά και την ιστορία της φυλής, γεγονός που τους δίνει οντότητα και δύναμη να δημιουργούν στο περιβάλλον τους, συνδυάζοντας προς το καλύτερο τις ελληνικές με τις ντόπιες αρετές.

Το ελληνικό μου «γιατί» κι ένα «πρέπει» που πέταξα.

Η δημοκρατική αγωγή, ο σεβασμός στη γνώμη του άλλου, η πολιτισμένη κι ευγενική συμπεριφορά, ο διάλογος βασισμένος στη λογική είναι για μένα θεμελιώδη «γιατί» και «πρέπει» μαζί.

Ο Ελληνας ποιητής μου.

Ο Διονύσιος Σολωμός, γιατί έθεσε τα θεμέλια του ορισμού του μετα-επαναστατικού Ελληνα και ενός εθνικού οράματος. Οπως και για την πλούσια, πηγαία και διαχρονικά δροσερή γλωσσοποιία του.

Η αδιαπραγμάτευτη ελληνική αλήθεια μου.

Από την αρχαία εποχή οι Ελληνες δάσκαλοι κι ερευνητές πρώτοι τεκμηρίωσαν την επιστημονική μέθοδο, αυτή την πανανθρώπινη οδύσσεια για γνώση, που οδηγεί σε ευνομία και προκοπή όπως και πνευματική καταξίωση του ανθρώπου. Σε τούτη την ελληνική αλήθεια πιστεύω και αγωνίζομαι στον πανεπιστημιακό χώρο όπου διδάσκω και συνερευνώ με δεκάδες νέων ανθρώπων απ’ όλο τον κόσμο. Ενα μεγάλο μέρος της ικανοποίησής μου έγκειται στην αποδοχή και στο σεβασμό που δείχνουν όλοι αυτοί οι επιστήμονες (φτασμένοι ή μαθητευόμενοι) στις ελληνικές αρχές της επιστήμης σαν αυταπόδεικτη και αδιαπραγμάτευτη ελληνική αλήθεια.

Η Οδός των Ελλήνων στον παγκόσμιο χάρτη – ορίστε την.

Η εργατικότητα, η προσήλωση στα ελληνικά ιδανικά, στην οικογένεια και τη διατήρηση της ταυτότητας -αν και όχι κατ’ ανάγκη της γλώσσας μετά τη δεύτερη γενιά-, το πάθος για πρόοδο, η ενσωμάτωση και η ευγενής άμιλλα και υπεροχή στις κοινωνίες όπου ζουν, καθορίζουν και καταξιώνουν τον διεθνή ελληνισμό, για τον οποίο η πατρίδα πρέπει να είναι υπερήφανη και ίσως να πάρει ως υπόδειγμα για κάποια αναγκαία αλλαγή νοοτροπίας στο εσωτερικό της.

* Ο Ανδρέας Μανδέλης είναι καθηγητής Μηχανολόγων Μηχανικών και Ηλεκτρολόγων Μηχανικών και Βιοϊατρικής Μηχανολογίας, διευθυντής του Κέντρου Προωθημένων Τεχνολογιών Διαχυτικής Κυματικής στο Πανεπιστήμιο του Τορόντο και κάτοχος της Ερευνητικής Εδρας του Καναδά. Είναι μέλος της Ακαδημίας Επιστημών του Καναδά.

Γιάννης Αγγούρης: «Με χαλάει το “ξέρεις ποιος είμαι εγώ;”»

EIKONOΓPAΦHΣH: Τιτινα Χαλματζη

Της Αννας Γριμανη, “Κ”, Η Καθημερινή

Η ελληνικότητα είναι αίσθημα ή συνείδηση;

Η ελληνικότητα είναι και αίσθημα και συνείδηση, δυσδιάκριτα είναι τα όρια. Οταν συμβαίνει στην Ελλάδα κάτι πολύ καλό ή πολύ κακό, υπερτερεί μέσα μου το αίσθημα, ενώ, όταν συζητώ για τη χώρα μου, βγαίνει στην επιφάνεια η συνείδηση.

Τι πιο μικρό ελληνικό αγάπησα.

Μια έντονη παιδική ανάμνηση, τη μυρωδιά από τα αναμμένα τζάκια στην ορεινή Δίβρη της Πελοποννήσου το χειμώνα.

Η υπέροχη εκδοχή του Ελληνα.

Οι Ελληνες έχουμε κληρονομήσει κουλτούρα και πολιτισμό και χαρακτηριζόμαστε από ταχύτητα και ελαστικότητα σκέψης, εφευρετικότητα και ικανότητα προσαρμογής σε δύσκολες συνθήκες. Ο Ελληνας στην υπέροχη εκδοχή του δεν θα «καθίσει» επάνω σε αυτά, αλλά θα προσπαθήσει να τα χρησιμοποιήσει σαν εφόδια για να εξελιχθεί ο ίδιος και η κοινωνία στην οποία ζει.

Αυτό που με χαλάει.

Επιλεκτικά, από μια αρκετά μεγάλη, δυστυχώς, λίστα: Αυτός που παρέλαβε Θεοδωράκη, Χατζιδάκι και Τσιτσάνη και παραδίδει κακόγουστα «hits» μιας χρήσεως. Το «ξέρεις ποιος είμαι εγώ;». Το ότι βλέποντας την Αθήνα απ’ το αεροπλάνο διακρίνεις την Ακρόπολη, το Λυκαβηττό και μετά ένα ασπρογκρίζο χάος. Η έλλειψη συνείδησης περί συλλογικού καλού. Το βόλεμα. Τα ολιγοπώλια. Το ότι η χώρα ζει σε μικρόκοσμο και προσπαθεί να επανεφεύρει τον τροχό για να λύσει προβλήματα που αλλού έχουν λυθεί πριν από 20 χρόνια.

Προσόν ή μειονέκτημα να είσαι Ελληνας σήμερα;

Οι σύγχρονες κοινωνίες γίνονται όλο και περισσότερο πολυπολιτισμικές και πολυσυλλεκτικές. Υπό αυτή την έννοια, η καταγωγή θα έχει όλο και μικρότερη σημασία σε σχέση με την αξία και την προσφορά. Λόγω κληρονομιάς και ιδιαίτερων χαρακτηριστικών, εκτιμώ ότι το να είσαι Ελληνας είναι προσόν, αλλά, δυστυχώς, όχι αρκετό από μόνο του. Αλλοι λαοί με λιγότερο «βαρύ» όνομα έχουν καταφέρει να προοδεύουν ταχύτερα.

Παράγει πολιτισμό ο Ελληνας της νέας εποχής ή μένει προσκολλημένος σε μια ρητορική ελληνικότητα;

Ο Eλληνας των τελευταίων τριάντα χρόνων παράγει ψήγματα πολιτισμού. Κι όταν δεν παράγεις αρκετά, είναι εύκολο να αναλώνεσαι σε ύμνους προς το ένδοξο παρελθόν.

Με ποια ταυτότητα οι Ελληνες περιέρχονται τον σύγχρονο κόσμο;

Η χώρα μας για όλο τον κόσμο αποτελεί τη γη που γέννησε αυτό που λέμε «δυτικό πολιτισμό». Στη σκέψη των ξένων αυτό είναι χαραγμένο στην ταυτότητά μας και εξαρτάται από εμάς αν το τιμάμε ή το απαξιώνουμε.

Το ελληνικό μου «γιατί» κι ένα «πρέπει» που πέταξα.

Γιατί προχωρούν με τόσο αργά βήματα ο εκσυγχρονισμός του κράτους και η ηλεκτρονική διακυβέρνηση, με αποτέλεσμα να μην πλήττονται όσο θα έπρεπε η γραφειοκρατία και η διαφθορά; Πέταξα το ότι για οτιδήποτε κακό συμβαίνει «πρέπει» να φταίει κάποιος άλλος.

Ο Ελληνας ποιητής μου.

Oλοι έχουμε μιαν Ιθάκη, αλλά το ταξίδι είναι εξίσου σημαντικό με τον προορισμό. Ο Καβάφης λοιπόν μεταξύ ίσων – Σεφέρης, Ρίτσος, Ελύτης.

Η αδιαπραγμάτευτη ελληνική αλήθεια μου.

Η ικανότητα του Eλληνα να συμμετέχει σε οποιαδήποτε συζήτηση χωρίς απαραίτητα να είναι ειδήμων. Μπορεί το εκπαιδευτικό σύστημα να έχει προβλήματα, όπως σε όλες τις χώρες, αλλά σίγουρα παράγει γενική μόρφωση στους πολίτες και αποφεύγει την υπερ-εξειδίκευση από μικρή ηλικία.

Η Οδός των Ελλήνων στον παγκόσμιο χάρτη – ορίστε την.

Η περιπλάνηση στον παγκόσμιο χάρτη μάς χαρακτήριζε πάντα ως λαό, άλλοτε από επιλογή και άλλοτε αναγκαστικά. Θεωρώ ότι οι Ελληνες του εξωτερικού βρίσκουν πάντα το δρόμο τους, γιατί έχουν την ικανότητα να απορροφούν τα καλύτερα στοιχεία του περιβάλλοντός τους. Για τη χώρα, η οδός είναι αρκετά δύσβατη, καθώς βρισκόμαστε σε ένα από τα χαμηλά σημεία της τροχιάς μας. Οι προοπτικές ανάκαμψης υπάρχουν, αρκεί να σπάσουμε κάποια στιγμή τις αγκυλώσεις που έχουμε, να συνειδητοποιήσουμε ότι κανείς δεν προσπαθεί να μας καταστρέψει και να δουλέψουμε με συγκεκριμένο και ρεαλιστικό στόχο.

* O Γιάννης Αγγούρης είναι Senior Research Fellow της Εμβιομηχανικής στο Robert Gordon University του Aberdeen στη Σκωτία.