ΧΡΗΣΤΟΣ ΛΑΜΠΡΑΚΗΣ: Άνθρωπος στην πράξη

  • Γράφει ο Κώστας Γεωργουσόπουλος, TA NEA, 09/01/2010

ΘΕΛΗΣΑ ΝΑ ΠΑΡΕΛΘΕΙ ΕΣΤΩ ΜΙΚΡΟΣ ΧΡΟΝΟΣ
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΚΔΗΜΙΑ ΤΟΥ ΧΡΗΣΤΟΥ ΛΑΜΠΡΑΚΗ
ΓΙΑ ΝΑ ΜΟΥ ΔΟΘΕΙ Η ΑΝΑΓΚΑΙΑ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΗ
ΑΠΟΦΟΡΤΙΣΗ ΠΟΥ ΦΕΡΝΟΥΝ ΤΑ
ΑΙΦΝΙΔΙΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΓΙΑ ΝΑ ΚΑΤΑΘΕΣΩ ΤΗ
ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΜΟΥ ΓΙ΄ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ ΑΥΘΕΝΤΙΚΗ
ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ,
ΠΑΙΔΕΙΑΣ, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ.

Ο Αριστοτέλης δογμάτιζε πως η τραγωδία είναι μίμησις πράξεως και ουχί ανθρώπων. Επειδή εξάλλου η τραγωδία είναι μίμησις πράξεως ζώντων, άρα αναπαράσταση της ζωής, και ο βίος των ανθρώπων γίνεται κατανοητός από τις πράξεις τους και όχι από τον φορμαλισμό τής εκ των προτέρων χαρακτηρολογίας.

Προηγείται η πράξη, η δράση, η αντίδραση στα γεγονότα και έπεται, πάντα με ρίσκο, με αμφιβολίες, αν είμαστε έντιμοι, με τη σχετικότητα των μέτρων μας αλλά και τη μεταβλητότητα μέσα στον χρόνο των κριτηρίων, των αξιών και τη στάθμη των καθιερωμένων ιδεών, ο γενικός χαρακτηρισμός ενός δρώντος και ιστορικά πρωταγωνιστούντος προσώπου. Γι΄ αυτό θα αποφύγω κάθε τέτοιου είδους κλασάρισμα που συχνά επισύρει σε τρίτους καλοπροαίρετους και κακοπροαίρετους από φθόνο, ιδεολογική αντιπαλότητα ή ιδεολογική θέση και θα προσεγγίσω τον Χρήστο Λαμπράκη από δύο γεγονότα που έχουν να κάνουν με τις σπάνιες φορές που οι δρόμοι μας συναντήθηκαν, αμέσως ή εμμέσως.

Τον Νοέμβριο του 1972, εν μέσω χούντας, ανέβηκε στο θέατρο «Κάβα» το έργο του μακαρίτη υπουργού και πολιτικού με πλούσια ιστορία Αβέρωφ, το πρώτο του θεατρικό πόνημα με τον τίτλο «Επιστροφή στις Μυκήνες», μια σύγχρονη εκδοχή της «Ορέστειας» με σαφείς αναφορές στους σύγχρονους πολέμους αλλά και στην ελληνική πρόσφατη τότε ιστορία. Ο Αβέρωφ, παροπλισμένος εκ των πραγμάτων του καιρού πολιτικός, είχε έως τότε εκδώσει αξιόλογα μυθιστορήματα σχετικά με το βορειοηπειρωτικό πρόβλημα, τους Τσάμηδες και τους Κουτσόβλαχους, με τόλμη και ιστορική τεκμηρίωση. Είδα την παράσταση του ιστορικού δράματος και πριν συντάξω την κριτική μου μού τηλεφώνησε ο μακαρίτης Χάρης Μπουσμπουρέλης, αλλά εν συνεχεία και ο φίλος Γιώργος Ρωμαίος, στελέχη διευθυντικά του «Βήματος» όπου τότε έγραφα, για να μού εκφράσουν την επιθυμία του Χρήστου Λαμπράκη να επισπεύσω το κείμενό μου, διότι κάθε πρωί κατέφθανε στο γραφείο του ο Αβέρωφ για πρωινό καφέ, ρωτώντας συνεχώς πότε θα δημοσιευθεί η κριτική μου.

Απάντησα πως κρατάω σειρά για λόγους δεοντολογικούς προτεραιοτήτων αλλά και οι δύο φίλοι με παρακάλεσαν να βιαστώ, έστω παραβαίνοντας τις αρχές μου. Πράγματι έγραψα μια εκτενή κριτική με κάθετες και σοβαρές αντιρρήσεις και για το θέμα και για τη θεατρική του διαχείριση (τώρα δημοσιευμένη στον τόμο «Κλειδιά και κώδικες θεάτρου ΙΙ- Ελληνικό Θέατρο», Εκδόσεις Εστίας). Όπως πάντα χειρόγραφος παρέδωσα το κείμενό μου και εκ των υστέρων ο αξέχαστος διευθυντής τότε συντάξεως Λέων Καραπαναγιώτης μού αφηγήθηκε ό,τι συνέβη.

Όταν ο Αβέρωφ κατέφθασε στο γραφείο τού Λαμπράκη εκλήθη με το εσωτερικό κουδούνι του κλητήρας να φέρει το χειρόγραφό μου. Ο κλητήρας το έφερε, ο Λαμπράκης, χωρίς να το κοιτάξει καν, το παρέδωσε στον Αβέρωφ. Εκείνος το διάβασε αργά και με συνεχόμενη αλλά διπλωματικά κρυμμένη αγανάκτηση και όταν το τελείωσε, το άφησε αμήχανα στο γραφείο. Ο Λαμπράκης το πήρε, σήκωσε από το συρτάρι του έναν μαρκαδόρο και χωρίς να του ρίξει πάλι ματιά έγραψε μεγαλογράμματα «ΤΥΠΩΘΗΤΩ». Χτύπησε το κουδούνι και το παρέδωσε στον κλητήρα, λέγοντας ήρεμα: «Στον κ. Καραπαναγιώτη για τυπογραφείο»! Την εποχή εκείνη είχα έναν χρόνο κριτικός στο «Βήμα» και δεν είχα ποτέ την τύχη και τη χαρά να συναντήσω τον Χρήστο Λαμπράκη πρόσωπο με πρόσωπο. Είχα μόλις δύο χρόνια στη δουλειά και παραμονές Πρωτοχρονιάς του 1974 ανέβαινα τα σκαλοπάτια της εφημερίδας για να ευχηθώ «Καλή Χρονιά», όταν κατέβαινε ο Λαμπράκης με τον Καραπαναγιώτη. «Σας πρόλαβα», είπα, «ερχόμουν να ευχηθώ Χρόνια Πολλά». Έπιασα τον Λαμπράκη με τον κανθό τού ματιού να ρωτάει βουβά τον Καραπαναγιώτη «Ποιος είναι;», ο Καραπαναγιώτης με συνέστησε και με την ευγένεια που τον διέκρινε ο Λαμπράκης μού έσφιξε το χέρι. Τρία χρόνια στη δουλειά του, σε καιρούς που δεχόμουν καταιγισμούς πυρών, δεν με γνώριζε ούτε φυσιογνωμικά. Επιστρέφοντας τότε στην ενέργειά του του 1972 αισθάνθηκα πώς βρισκόμουν κάτω από την προστασία ενός ανθρώπου που πρότασσε τις αρχές και την απέραντη εμπιστοσύνη του στους ανθρώπους που είχε αναθέσει μια αποστολή και ως εκ τούτου είχαν ακέραιη την ευθύνη. Εξάλλου τρεις φορές που βρέθηκα κατηγορούμενος για αδικήματα του Τύπου, είχα την αμέριστη συμπαράσταση του Οργανισμού και τις τρεις φορές που δικαιώθηκα ένιωθα πως δικαίωνα την εμπιστοσύνη Του.

Advertisements

Ιωάννης Τουράτσογλου: Υπουργοί Πολιτισμού πέρασαν σαν να μην υπήρξαν

Ενας σπουδαίος επιστήμονας μπορεί να είναι γοητευτικά αντισυμβατικός. Ενας δημόσιος λειτουργός αξίζει να θεωρείται επικίνδυνος για «εισαγωγή καινών δαιμονίων». Ο νομισματολόγος και επιγραφολόγος Ιωάννης Τουράτσογλου είναι όλα αυτά μαζί. Οι συνάδελφοί του τιμούν τα 35 χρόνια του στην Αρχαιολογική Υπηρεσία με την έκδοση «Κερμάτια Φιλίας». Κι εμείς του ζητήσαμε τη συνέντευξη που αρνιόταν πεισματικά όταν διηύθυνε το Νομισματικό Μουσείο και ξεχώριζε ανάμεσα στα μέλη του Κεντρικού Αρχαιολογικού Συμβουλίου

Θεσσαλονικιός, από γονείς Κωνσταντινουπολίτες, μεγάλωσε ανάμεσα στην πλατεία Διοικητηρίου και την πλατεία Δικαστηρίων στη χωμάτινη (τότε) οδό Ολύμπου. Διαπρεπής νομισματολόγος και επιγραφολόγος, πολύγλωσσος, ποιητής, ευρυμαθέστατος, πάνω από όλα άνθρωπος καλού γούστου, ευγενής και ευφυής, ο Ιωάννης Τουράτσογλου ξεχώριζε όπου τον συναντήσαμε. Είτε ως διευθυντής του Νομισματικού Μουσείου, είτε ως μέλος του Κεντρικού Αρχαιολογικού Συμβουλίου, όπου διασκέδαζε την πλήξη του σκιτσάροντας τα πορτρέτα των παρισταμένων συναδέλφων του.

Πάντα σοβαρός, αντισυμβατικός, «ξεχώριζε από παιδί», λέει ένας φίλος του από παλιά, ο βυζαντινολόγος Χαράλαμπος Μπακιρτζής που τον θυμάται από το άγριο παιχνίδι στην αλάνα της γειτονιάς. «Αριστος μαθητής, ξεχώρισε στο σχολικό συγκρότημα τα 4ου Γυμνασίου Αρρένων, άριστος φοιτητής στο Ιστορικό Αρχαιολογικό της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, προκαλούσε το ενδιαφέρον των νεωτέρων κυρίως για το χάρισμά του να επικοινωνεί άνετα με καθηγητές και τους γνωστότερους φοιτητές», γράφει ο κ. Μπακιρτζής σκιαγραφώντας τον άνθρωπο και το έργο του στο εισαγωγικό σημείωμα δύο τόμων 1.200 σελίδων (συνολικού βάρους 6,5 κιλών!) που μόλις κυκλοφόρησαν προς τιμήν του.

Η μνημειώδης αυτή έκδοση με τον τίτλο «Κερμάτια Φιλίας» (κερμάτια=μικροπράγματα) οργανώθηκε από δυο-τρεις (από τους πολυπληθείς) φίλους του. Από τον Χαράλαμπο Κριτζά, πρώην διευθυντή του Επιγραφικού Μουσείου, την καθηγήτρια Αρχαιολογίας του ΑΠΘ Στέλλα Δρούγου και τη διευθύντρια του Νομισματικού Μουσείου Δέσποινα Ευγενίδου. Εκατό επιστήμονες από την Ελλάδα και το εξωτερικό, έσπευσαν να ανταποκριθούν στο κάλεσμά τους (άλλοι τόσοι έμειναν παραπονούμενοι) και να προσφέρουν τον πνευματικό οβολό τους, αφιερώνοντάς του μια μελέτη για τη συμπλήρωση 35 χρόνων στην Αρχαιολογική Υπηρεσία. Αυτή ακριβώς ήταν η αφορμή γι’ αυτή τη συνέντευξη, που είναι μάλλον η μοναδική που δέχθηκε ποτέ να δώσει.

  • Δεν είναι βαρύ το φορτίο να κλείνει κανείς 35 χρόνια στην Αρχαιολογική Υπηρεσία;

«Δεν θα ήθελα να γκρινιάξω κοιτάζοντας προς το πίσω. Νομίζω ότι είναι κέρδος για οποιονδήποτε έχει υπηρετήσει σε μια δημόσια υπηρεσία με επιστημονικό χαρακτήρα, όταν ορισμένες αρχές του έχουν γίνει αποδεκτές και συνεχίζουν να εφαρμόζονται και μετά την αποχώρησή του».

  • Εσείς, ένας μάλλον αντισυμβατικός άνθρωπος, πώς καταφέρατε να δημιουργήσετε μέσα από μια δημόσια υπηρεσία;

«Γιατί δεν έβλεπα την υπηρεσία ως καταναγκαστικά έργα».

  • Διαβάζω ότι ο Γεώργιος Μπακαλάκης σας μύησε στη Νομισματική και ο Μανόλης Ανδρόνικος στην Επιγραφική. Ξέρω όμως ότι έχετε ασχοληθεί και με τη γλυπτική και τα βυζαντινά. Εσείς, πού αισθάνεστε ότι ανήκει κυρίως ο εαυτός σας;

«Εχω αρνηθεί να βλέπω το φαινόμενο πολιτισμός, είτε είναι σύγχρονος, είτε αρχαίος, ως ένα κομμάτι, αλλά στην ολότητά του».

  • Η ενασχόλησή σας όμως με διάφορα θέματα δεν ήταν ένας κατακερματισμός;

«Αντίθετα. Είναι αρχαιογνωσία και, μάλιστα, με ουμανιστική διάθεση. Το ένα συμπληρώνει το άλλο, παρ’ όλο που φαίνονται ετερόκλητα».

  • Πού νιώθετε καλύτερα;

«Στον εαυτό μου. Δεν κάνω τον καμπόσο, ούτε τον ξερόλα. Εκείνος που θα πει “τα ξέρω όλα”, είναι απλώς βλαξ. Αλλωστε παρα πολλές φορές η λεγόμενη εξειδίκευση οδήγησε στην αποχαύνωση. Στοιχείο της εποχής μας είναι η σύνθεση. Τι θέλω να πω; Μπορείς να εξηγήσεις τον 5ο αιώνα του Περικλή χωρίς να γνωρίζεις τα πολιτικά πιστεύω εκείνης της εποχής, χωρίς να μελετήσεις τη φιλοσοφία, τα κείμενα των σύγχρονων του τραγικών και κωμικών, όπως επίσης τις επιγραφές; Τίποτα δεν γίνεται με παρθενογένεση και τίποτα δεν δημιουργείται μέσα σε μια σαχάρα».

  • Η Αρχαιολογία πως προέκυψε στη ζωή σας;

«Από το Γυμνάσιο μου άρεσε, δεν ξέρω για ποιο λόγο, προφανώς ρομαντικό. Σπούδασα στη Θεσσαλονίκη, τότε που οι σπουδές ήταν σπουδές με καθηγητές τον Γεώργιο Μπακαλάκη, τον Μανόλη Ανδρόνικο, τον Ιωάννη Κακριδή… για να περιοριστώ σε λίγους. Από νωρίς έμαθα ξένες γλώσσες γιατί έβλεπα πως χωρίς αυτές δεν μπορούσες να κάνεις τίποτα. Υπήρχε η δυνατότητα τότε να γίνεις μέτοχος πολλών και ποικίλων γνώσεων. Βέβαια, δεν μετρούσες τις γνώσεις με τον αριθμό των σελίδων, ούτε με αποστήθιση».

  • Ξεκινήσατε από φοιτητής εργαζόμενος ένα καλοκαίρι στο Νομισματικό Μουσείο. Και μετά την περιπλάνησή σας σε άλλες Εφορείες, με πρώτη της Βέροιας, κλείσατε πάλι την καριέρα σας ως διευθυντής στο Νομισματικό. Τώρα, αισθάνεστε πως εκείνο το ρομαντικό εφηβικό σας όνειρο δικαιώθηκε;

«Την εποχή της Βέροιας θα άξιζε να τη δουν οι νεότεροι αρχαιολόγοι σε μια κινηματογραφική ταινία. Γιατί μερικά από αυτά που σήμερα θεωρούμε δεδομένα, τότε δεν υπήρχαν. Δηλαδή, για να κάνεις μια αυτοψία, μπορεί να έπρεπε να πάρεις γαϊδουράκι ή να πεζοπορήσεις ώρες. Επρεπε να επιτελέσεις το καθήκον σου δίχως αυτοκίνητο, δίχως fax και e-mail. Κοιτώντας πίσω έχω να πω ότι η εποχή μας πάσχει από πολύ ελεύθερο χρόνο, τον οποίο δυστυχώς καλύπτουν άλλοι για σένα. Ισως γι’ αυτό είμαστε και τόσο μόνοι.

  • Βρεθήκατε όμως σε αρκετές θέσεις ευθύνης και διεκδικήσατε κι εσείς αξιώματα, όπως λ.χ. του γεν. διευθυντή Αρχαιοτήτων. Εκείνη η αποτυχία σάς πίκρανε;

«Μπαααα…Ούτως ή άλλως αποτυχημένος θα ήμουν… Κάποτε,ξέρετε, ήμουν υποψήφιος για μια θέση στο Πανεπιστήμο Κρήτης. Δεν με έκριναν ικανό, λέγοντας ότι “θα εισάγω καινά δαιμόνια”. Επειτα με έπαιρναν τηλέφωνο κάποιοι εκλέκτορες και μου έλεγαν “Μα, πώς έγινε αυτό;”, “δεν θέλαμε να εξελιχθεί έτσι”, “να ξανακάνουμε προκήρυξη μόνο για σένα…”. Κι εγώ τους απάντησα κάπως αγενώς: “μα εσείς κριθήκατε. Δεν χρειάζεται να ξανακριθείτε!”. Στην πραγματικότητα δεν ξέρω αν θα είχα να προσφέρω πολλά σε αυτόν τον χώρο».

  • Γιατί το λέτε αυτό; Η σχέση με τους νέους ανθρώπους μπορεί να είναι δημιουργική και αμφίδρομα καρποφόρα.

«Οντως, αλλά ούτε εσύ είσαι μηχανή, ούτε οι φοιτητές μια ανοικτή χοάνη που ρίχνεις μέσα τις γνώσεις σαν τσιμέντο. Οι νέοι πρέπει να έχουν ανησυχίες, κι όχι μόνο αυτές της νιότης τους. Πιστεύω πως έχεις να μάθεις από τους νέους και κυρίως να δείς ότι εκείνο που σε ακολουθεί, είναι πολύ πιο ενδιαφέρον από εκείνο που προϋπήρξε. Αυτός είναι ένας διαρκής αγώνας και από τις δύο μεριές. Και δεν ξέρω αν έχουν τη διάθεση να αγωνιστούν, ιδίως εκείνοι που δηλώνουν επαναστάτες. Με απογοητεύουν γιατί γίνονται οι χειρότεροι υποστηρικτές συστημάτων. Αλίμονο, λοιπόν, στην επανάσταση που εγκαθιδρύεται. Κι αυτό δεν ισχύει μόνο στα πολιτικά συστήματα».

  • Εκπληξη ή απογοήτευση έχετε εισπράξει από τους κατά καιρούς πολιτικούς προϊσταμένους σας;

«Ορισμένοι πέρασαν σαν να μην υπήρξαν. Ούτε καν ως διεκπεραιωτές».

  • Υπήρξε κάποιος που έδειξε πραγματικό ενδιαφέρον για τον πολιτισμό;

«Δεν είμαι σίγουρος ότι άκουγαν πάντοτε. Κι εγώ δεν ήμουν σε αυτούς που θα τους ενημέρωναν. Ηθελα πάντα να είμαι στην ομάδα έκπληξης και αναφοράς σε δύσκολα θέματα, αυτά που οι πολιτικοί λένε πως έχουν “πολιτικό κόστος” και εννοούν βέβαια “κομματικό κόστος” γιατί η πολιτική δεν φταίει σε τίποτα. Θα προτιμούσα, πάντως, να ήταν πιο συμμετοχική η δημοκρατία μας. Να έχουν μεγαλύτερη υπευθυνότητα όλοι οι πολίτες και οι δημόσιοι υπάλληλοι φυσικά. Στην Ελλάδα, πολύ φοβάμαι, οι πολίτες σπανίζουν. Αλλιώς θα προσέχαμε πού ρίχνουμε τα σκουπίδια, πού ορθώνουμε μια πολυκατοικία στερώντας τον αέρα από τους γύρω. Η τρύπα του όζοντος στη συνείδησή μας είναι πολύ μεγάλη».

  • Ποια ήταν η καλύτερη στιγμή στην καριέρα σας;

«Οταν έφυγα. Αστειεύομαι, φυσικά. Ωστόσο, το σύστημα έπρεπε να έχει τη δυνατότητα να εκμεταλλεύεται τους χρήσιμους ανθρώπους και μετά την απόσυρσή τους, μετά τη συνταξιοδότησή τους, όχι βέβαια κόβοντας θέσεις από τους νέους. Ωστόσο με απογοητεύει το ότι τόσα χρόνια δεν είδα μια βελτίωση που να προτρέχει των επιτευγμάτων του καιρού. Το να έχω έναν κομπιούτερ, που έχουν οι πάντες στο γραφείο τους, είναι αναμενόμενο. Γιατί όμως να μην υπάρχει ένας προγραμματισμός με κάποια διάρκεια; Για παράδειγμα: αποφασίζεται να ιδρυθεί ένα μουσείο κάπου, επειδή το θέλουν οι τοπικοί παράγοντες. Ερχεται ο δήμος και χαρίζει το οικόπεδο, που βρίσκεται συνήθως στο μέσον του πουθενά. Δεν προηγείται μελέτη σκοπιμότητας, δεν εξετάζεται αν υπάρχει δυνατότητα στελέχωσής του με το απαραίτητο προσωπικό, ούτε καν η δυνατότητα πρόσβασης με μέσα μαζικής μεταφοράς. Αυτή είναι η μεγάλη διαφορά ανάμεσα στον ιδιωτικό και τον δημόσιο τομέα. Οταν γινόταν το Νομισματικό Μουσείο είχα σκεφθεί να βάλω γιγαντοαφίσες στα τρόλεϊ. Μου ζήτησαν γι’ αυτό 5 εκατ. δραχμές, αλλά στον προϋπολογισμό μας δεν υπήρχε για προβολή ούτε δραχμή. Μη βλέπετε τώρα που υπάρχουν χορηγοί… Αλλά και πάλι, νομίζετε πως μπορεί να συναγωνιστεί ένα κρατικό μουσείο το “Μπενάκη”, για παράδειγμα, που καλύπτει τα μισά λειτουργικά του έξοδα από το κυλικείο;».

  • Τι θέση έχει η ποίηση και το χρήμα στη ζωή ενός νομισματολόγου;

«Η ζωή είναι ένα ποίημα. Αλλοι το διαβάζουν κι άλλοι το ζουν. Οσο για τον ποιητικό λόγο, δεν τον ξεχωρίζω από τον πεζό. Αν προσέξτε, πολλά από τα επιστημονικά μου κείμενα έχουν μια ποιητική χροιά. Κι επειδή δεν μπορείς να τεμαχίσεις την ψυχή ενός ανθρώπου, θέλω να πιστεύω ότι δεν θα μπορούσα να κατηγορηθώ για άσκοπο τεμαχισμό του εαυτού μου». *

  • «Εβαλαν στα χέρια της νεολαίας την άγνοια ως πέτρα και μπογιά»

«Προσωπικά με ενδιαφέρουν οι αξίες που δεν αποτιμώνται σε χρυσό.

Αυτές που συνήθως τις αφήνουν να μαρμαρώνουν σε κάποια πλατεία όχι για μνήμη, αλλά για λησμοσύνη, όπως έχει αποδειχθεί τελευταία με την κακοποίησή τους, όρα Παλαιών Πατρών Γερμανό, Κωστή Παλαμά. Και διερωτάται κανείς, ποιος φταίει; Αυτός που έβαλε στα χέρια της νεολαίας την άγνοια ως πέτρα και μπογιά ή αυτός που πέταξε την πέτρα και την μπογιά; Η εκδίκηση ή η τιμωρία, δυστυχώς, δεν στοχεύει στους ένοχους. Στοχεύει κυρίως στην ιστορία, στο περιβάλλον, στην ίδια τη μνήμη. Με δυο λόγια, εγώ δεν καταλαβαίνω αυτή τη μανία απόσβεσης με τοιχοκολλήσεις και γκράφιτι, όπου δεν διαβάζεις τίποτα. Η έκφραση αυτή είναι σαν μια διαδήλωση που διαλύεται χωρίς να ακουστεί ούτε ένα μήνυμα.

Αναρωτιέμαι, πώς μπορείς να κάνεις μάθημα ιστορίας της τέχνης μέσα σε ένα πανεπιστήμιο, όπως του Ζωγράφου. Δηλαδή σε έναν χώρο του οποίου η αισθητική δεν επιβάλλεται στο περιβάλλον. Δεν καταλαβαίνω πώς υπάρχουν επαναστάτες που καταστρέφουν το περιβάλλον. Ο επαναστάτης είναι σαν τον καλόγερο, ιδεαλιστής. Επανάσταση που εγκαθιδρύεται, παύει να είναι επανάσταση. Είναι τετριμμένο πράγμα»…

  • Της ΝΙΝΕΤΑΣ ΚΟΝΤΡΑΡΟΥ-ΡΑΣΣΙΑ, Ελευθεροτυπία, Σάββατο 9 Ιανουαρίου 2010

Χρήστος Λαμπράκης: «Η ζωή ενος μύθου»

Αντιλαμβάνομαι τον σαφώς επαινετικό χαρακτήρα του τίτλου του «Βήματος» (25.12.2009) για τον Χρήστο Λαμπράκη, αλλα για να αναιρέσω την ενδεχόμενη αμφισημία του όρου, θα προσθέσω οτι όσοι (λίγοι, μάλλον) γνωρίζουν τα ευρύτερα πεπραγμένα του Λαμπράκη, καταλαβαίνουν οτι εδώ η λέξη μύθος σημαίνει «πρόσωπο που περιβάλλεται με μεγάλη και δίκαιη φήμη». Επειδή όμως μου φαίνεται οτι αυτά τα ευρύτερα πεπραγμένα-του δέν είναι τόσο «δημόσια» όσο θα άξιζε (κυρίως διοτι ο ίδιος δεν έγραφε συχνά, ούτε τηλεφλυαρούσε), αισθάνθηκα καί εγώ την ανάγκη να διηγηθώ βραχύτατα ορισμένες απ΄ τις δικές-μου εντυπώσεις για τον απόντα πλέον Συμπολίτη μας. Τούτο δέ, διοτι η Ιστορία οφείλει να συντίθεται εκ των κάτω (απο ποικίλα πραγματολογικά δεδομένα), κι όχι εκ των άνω (βάσει ενος, προσχηματισμένου συνήθως, ιδεολογήματος ενος ιστοριογράφου).

Εδιάλεξα λοιπόν μερικές προσωπικές μνήμες (πολύ λίγες, ενσυγκρίσει προς όσα αρμοδιότεροι έχουν ήδη καταγράψει), ενδεικτικές όμως των εντυπωσιακά πολλών αξόνων ενδιαφέροντος του Λαμπράκη. Ενδιαφέροντος και δράσης- διοτι ήταν ενας κατεξοχήν άνθρωπος των πράξεων (μέσα σε μια κοινωνία της γκρίνιας και της απραξίας).

Τα λίγα αντικείμενα στα οποία θα αναφερθώ εδώ αφορούν τις Τέχνες, το Περιβάλλον, την Αρχαιολογία και προπαντός την Παιδεία.

Ηταν πολύ νέος όταν εμμόνως καλλιεργούσε την ιδέα του εξειδικευμένου, ποιοτικού τουρισμού, μέσω των Τεχνών κυρίως. Ανάμεσα σε ποικίλες σχετικές με το θέμα αυτό δράσεις (η Χαρά η Κιοσσέ πρέπει να τα διηγηθεί μια μέρα) ήταν κι η διεθνής Εκθεση Γλυπτικής διασκορπισμένη στους χώρους του Φιλοπάππου. Ηταν ενα δώρο για τους νέους της εποχής, που δέν είχαμε την πολυτέλεια των ταξιδιών στις εμβληματικές πόλεις των καλλιτεχνικών γεγονότων, στο εξωτερικό. Και με την ενθάρρυνση ενός απ΄ τους Δασκάλους-μας εκείνου του καιρού, του Αγγελου Τερζάκη, είχα γράψει κι ενα περιγραφικό Σημείωμα για την Εκθεση εκείνη. Η αναφορά όμως στα καλλιτεχνικά ενδιαφέροντα του Λαμπράκη είναι κοινός τόπος, θα μου πείτε. Ας έρθομε τότε στο Περιβάλλον, για το οποίο ο Λαμπράκης έδειχνε ευαισθησίες πολύ νωρύτερα απ΄ τον συρμό που ακολούθησε: Ενας διεθνής Ομιλος απειλούσε να κατασκευάσει εργοστάσιο τσιμέντου στην περιοχή της Πύλου. «Ελάτε να πάμε να ιδούμε την περιοχή και να δείξουμε πόσο κινδυνεύει»- ήταν το τηλεφώνημά-του ενα πρωί. Κι αργότερα, μετά τη δικτατορία, μας παίρνει μια μέρα στον Πόρο να μιλήσομε στον κόσμο στην πλατεία, με θέμα «Ανάπτυξη στη μικρή κλίμακα», με κύριον προβληματισμό το δίλημμα του ντόπιου κατοίκου «βραχυπρόθεσμοι ή μακροπρόθεσμοι στόχοι κέρδους». Ακόμα κρατάω τα χειρόγραφα του τεύχους που θα βγάζαμε να μοιρασθεί δωρεάν.

Ισως δέν ακούγεται συχνά το ενδιαφέρον-του για την Αρχαιολογία, παρ΄ όλον οτι όλοι ξέρουν τη στήριξη που πρόσφερε στο ομότιτλο περιοδικό της Αννας Λαμπράκη. Να προσθέσω μιαδυο πρόσθετες ενδείξεις γι΄ αυτήν την κατεύθυνση των ενδιαφερόντων-του: Πρώτον, την κινητοποίησή-του για τη διερεύνηση της δυνατότητας να στηθεί το Μουσείο της Ακρόπολης σε υπερυψωμένο κτίριο πάνω απ΄ τις γραμμές ΗΠΑΠ στο Θησείο (μεγαλύτερη άνεση χώρων, αποφυγή των γνωστών διλημμάτων έναντι υποκείμενων αρχαιοτήτων, κ.ά.). Βοήθησα όσο μπορούσα. Μου έκανε όμως πολύ θετική εντύπωση το γεγονός οτι, εν συνεχεία, ο Λαμπράκης δέν πολέμησε το έργο που προχωρούσε. Αλλη ένδειξη αρχαιολογικού ενδιαφέροντος, η συμβολή-του στη διοργάνωση του 2ου Διεθνούς Συνεδρίου για την Αρχαία Ελληνική Τεχνολογία στην Αθήνα· συμβολή απ΄ το προσωπικό-του ταμείο- όχι απ΄ τον Οργανισμό. Την λεπτή αυτή διαφορά την βρήκα πολύ συμβολική της γνησιότητας των ενδιαφερόντων του.

Βιάζομαι να πάω στο πάθος-του για την Παιδεία – γνωστή βέβαια απ΄ την εκστρατεία για τις Βιβλιοθήκες στις επαρχίες, και απ΄ το φερώνυμο Ιδρυμά-του με αποκλειστικά εκπαιδευτικούς σκοπούς. Εκεί λοιπόν τοποθετείται και η ιδέα του Λαμπράκη και του γεραρού Α. Πεπελάση να φιάξομε μια ταινία για τα Σχολεία, με θέμα την Αρχαία Ελληνική Τεχνολογία. Είχαμε προχωρήσει πολύαλλα το κόστος όλο και μεγάλωνε…

Στο ίδιο πάθος Παιδείας εντάσσεται νομίζω κι η ιδέα για το «Μέγαρο Ρlus»- θέλομε να καταστήσομε την κουλτούρα ευπροσπέλαστη, «δέν εκλαϊκεύομε όμως, απλοποιούμε», έλεγε στον οτρηρό Ι. Μάνο. Και μέσα σ΄ όλα, λέει να ξανοιχθούμε και στη Φιλοσοφία κι έτσι έρχεται κι ο δικός μου κύκλος διαλέξεων με τον γενικό τίτλο «Κοινωνία και Φιλοσοφία». Βρέστε άν μπορείτε το τεύχος 15 (Ιούλιος 1964) των «Εποχών», για να ιδείτε το άρθρο του Λαμπράκη «(Ηθική) κρίση ή φυσιολογική επανεκτίμηση;». Ενα άρθρο συστηματικού φιλοσοφικού στοχασμού, που δείχνει πόσο universalis ήταν αυτός ο πρακτουργός. Ρίχνω ματιές εναγύρω να ΄βρώ το ανάλογον- και δέν πολυπαρηγοριέμαι.

Ετυχε να είμαι μάρτυρας υπερασπίσεως του «Βήματος» τον καιρό της χούντας, για τις «ψευδείς» (ακριβέστατες δηλαδή) ειδήσεις που είχε φιλοξενήσει για την αυθαίρετη πατακική κατεδάφιση του νοτιότερου γοτθικού ναού της Ευρώπης- μετέπειτα «βαλιδέ τζαμί», στο Ηράκλειο. Ηταν άλλη μία απ΄ τις πάμπολλες επιβεβαιώσεις οτι ορθώς ο Λαμπράκης δέν είχε διακόψει τις εκδόσεις-του τον χαλεστό εκείνον καιρό. Διοτι, βεβαίως και ήταν βαθύτατα πολιτικό πρόσωπο. Κι όταν μετά την μεταπολίτευση τον άκουσα ενα βράδυ να μιλάει με ενθουσιασμό για τον Ανδρέα Παπανδρέου (ήταν αρχές ακόμα…), κρύωσε μέν η καρδιά μου- αναγνώριζα όμως τουλάχιστον την ανάγκη να κάνει κάποιος άλλος τα βασικά εκείνα βήματα που η τότε δεξιά δέν τολμούσε. Πέρασε ο καιρός· η εκτίμηση του τόπου για τον Λαμπράκη μεγάλωνε- αλλά κι η σοβούσα επίκριση μαζί. Και τελειώνω ακριβώς με μια μικρή επαλήθευση της άποψης Πρετεντέρη οτι η επίκριση αυτή ειναι «ένδειξη χοντροκομμένου πρωτογονισμού της δημόσιας ζωής»: Ενας συμπαθής λογοτέχνης, αρθρογράφος σε μια μεγάλη εφημερίδα, εξ αφορμής μιας (γλωσσικού θέματος) επιφυλλίδας-μου στο «Βήμα», γράφει μια μέρα την αχτύπητη παρόλα «κι ο επιφυλλιδογράφος ρίχνει απ΄ την ταράτσα του Μεγάρου απόνερα στο λαό». Ετσι με πήραν κι εμένα ξώφαλτσα τα σκάγια της αντιλαμπρακικής παθογένειας…

Ο κ. Θεοδόσης Π. Τάσιος είναι ομότιμος καθηγητής του Εθνικού Μετσοβίου Πολυτεχνείου.

Σκέψεις εις μνήμην Χρήστου Λαμπράκη

O θάνατος τού Χρήστου Λαμπράκη δεν συγκίνησε απλώς μέγα πλήθος γνωστών και αγνώστων του Ελλήνων, δεν συγκλόνισε μόνο όσους τον ζούσαν από κοντά και συνεργάζονταν μαζί του, αλλά έδωσε συγχρόνως αφορμή για σκέψεις, συζητήσεις και αποτιμήσεις για τον πολιτισμό, τον οποίο ο εκλιπών υπηρέτησε με πάθος και πείσμα, με αφοσίωση και ορατά σε όλους αποτελέσματα. Λιτός, δωρικός και ουσιαστικός ο ίδιος άφησε- όχι με λόγια και μεγαλόστομες διακηρύξεις αλλά με το έργο και τις πράξεις του- μια διδακτική για όλους μας στάση και υποθήκη για τον πολιτισμό, για την ανάγκη καλλιέργειας τού ανθρώπου στην πιο ευρεία της μορφή. Οι σκέψεις που ακολουθούν αφιερώνονται στη μνήμη του.

Οταν ο Κοραής το 1806 ανέσυρε από τον θησαυρό τής ελληνικής γλώσσας τη λέξη πολιτισμός, για να αποδώσει εύστοχα τη γαλλική λέξη civilisation, «έπαιξε» συνειρμικά α) με τη σχέση τού πολίτη με την πολιτεία (αρχικά η λ. πολιτισμός δήλωνε τη διαχείριση δημοσίων πραγμάτων) και β) με ό,τι χαρακτηρίζει συχνά τον άνθρωπο τής πόλης, τη δυνατότητα μιας καλλιέργειας, μιας πιο εκλεπτυσμένης συμπεριφοράς καθώς και μιας ελευθεριότητας (πβ. άστυ-αστείος, χώρα-χωρατά). Ετσι πλάστηκε η λ. πολιτισμός με τη νεότερη σημασία της. Ας σημειωθεί ότι αντίστοιχη τής (αρχαίας) ελληνικής λέξης πολιτισμός στις σημασίες που αναφέραμε υπήρξε η λατινική λ. civilitas (civis-civilis-civilitas). Από τη Λατινική προήλθε και το γαλλ. civilisation που εμφανίζεται το 1721 (ως παράγωγο τού ρήματος civilizer ) και καθιερώνεται μέχρι τα τέλη τού 18ου αιώνα.

Δύο αιώνες νωρίτερα (από τον 16ο αι.) αρχίζει να χρησιμοποιείται στη Γαλλία η λ. culture που δήλωσε ιδίως τον πνευματικό-κοινωνικό-ηθικό πολιτισμό, σημασία η οποία ενισχύθηκε τον 18ο αι. από το Κultur τού Καντ και τις αντίστοιχες χρήσεις τής Αγγλικής και τής Γερμανικής. Οι λέξεις civilisation και culture χρησιμοποιήθηκαν στην Αγγλική και σε άλλες γλώσσες ως συνώνυμες με έμφαση στον «τεχνικό πολιτισμό» και τον «εκπολιτισμό» το civilisation και ως δηλωτικό τού ηθικού-πνευματικού πολιτισμού το culture. Το τελευταίο αποδόθηκε στην Ελληνική με τη λ. καλλιέργεια, αρχαία λέξη που χρησιμοποιήθηκε μεταφορικά (ως καλλιέργεια τού πνεύματος, των γραμμάτων και των τεχνών), όπως και το λατινικό cultura που έδωσε το culture.

Οσο κι αν ξενίζει εκ πρώτης όψεως, ισχύει το γεγονός ότι οι αρχαίοι Ελληνες, λαός που κατεξοχήν παρήγαγε πολιτισμό, δεν είχαν στη γλώσσα τους τη λέξη πολιτισμός με τη σημερινή σημασία της. Η λέξη πλάστηκε, όπως είδαμε, μόλις το 1806 από τον Κοραή με ανασημασιολόγηση. Πώς δήλωναν, λοιπόν, και κυρίως πώς αντιλαμβάνονταν τον πολιτισμό; Ο πολύς Werner Jaeger, στο κλασικό τρίτομο έργο του Ρaedeia, μάς δίδαξε πέραν πολλών άλλων ότι η έννοια τής παιδείας στους αρχαίους κάλυψε ό,τι σήμερα περιλαμβάνουμε στην έννοια πολιτισμός (μόρφωση, πνευματική καλλιέργεια, τέχνες, γράμματα, επιστήμες, παράδοση, αξίες). Παιδεία, λοιπόν, και παίδευσις (στην ευρύτερή της έννοια) δήλωσαν τον πολιτισμό. Γιατί μπορεί ο πολιτισμός- όπως τον εννοούμε στα νεότερα χρόνια, επηρεασμένοι από ανθρωπολογικές θεωρήσειςνα είναι «το αξιακό σύστημα που διέπει στάσεις και αντιλήψεις ενός λαού», ωστόσο στο βάθος και σε σχέση με τον άνθρωπο ως πρόσωπο και ως ιδιοπροσωπία, πολιτισμός είναι η καλλιέργεια τής προσωπικότητας τού ανθρώπου μέσα από την παιδεία που έχει αποκτήσει (ατομική, τυπική, άτυπη, παράδοση, ακούσματα, διαβάσματα, βιώματα). Διαφορίζοντας οι αρχαίοι την πρακτική-επαγγελματική γνώση (που δήλωναν κυρίως οι λέξεις τέχνη και επιστήμη) από τη γνώση ως καλλιέργεια (που δήλωναν κυρίως η παιδεία και η παίδευση ) έφερναν την παιδεία κοντά στο περιεχόμενο που προσδιορίζουμε σήμερα ως πολιτισμό σε πνευματικό-ηθικό επίπεδο. Την αντίληψη αυτή τού πολιτισμού συμπλήρωναν έννοιες-λέξεις όπως η φιλοσοφία, η μουσική (που κάλυπτε τις τέχνες) και τα γράμματα. Φράσεις όπως «επί τέχνη ή επί παιδεία» (για επάγγελμα ή για μόρφωση) δείχνουν τη διαφορά που υπήρχε. Αξίζει επίσης να παρατηρήσουμε ότι «το συνεχές τής γνώσης», η διεπιστημονικότητα, η διακλαδικότητα και η διαθεματικότητα, που είναι ζητούμενα σήμερα στην παιδεία μας για μια ουσιαστική και σφαιρική μόρφωση, ήταν εγγενή συστατικά στην πολιτισμική αντίληψη τής παιδείας των αρχαίων, οι οποίοι συνδύαζαν τη φιλοσοφία με τη ρητορική, την ιατρική (κάτι σαν ανθρωπολογία-βιολογία) με τα μαθηματικά και, βεβαίως, με τη μουσική (τις τέχνες) και την άσκηση τού σώματος (πβ. γυμναστήριο γυμνάσιο ). Οταν χαρακτηρίζονται ως Ελληνες «οι τής ελληνικήςπαιδείας μετέχοντες », είναι φανερό ότι γίνεται αναφορά στη γενικότερη έννοια τού πολιτισμού και τής καλλιέργειας και όχι στη «σχολική εκπαίδευση» ή σε συγκεκριμένες μαθήσεις (γλώσσας, φιλοσοφίας κ.λπ.). Και όταν η Αθήνα χαρακτηρίζεται ως «Ελλάδος παίδευσις», πάλι ο πολιτισμός, η Αθήνα ως πολιτιστικό-πνευματικό κέντρο εξαίρεται και όχι για την εκπαίδευσή της με την ειδικότερη έννοια. Πεπαιδευμένοι (σε αντίθεση με τους απαίδευτους ) ήταν οι καλλιεργημένοι άνθρωποι, που γνώριζαν, μετείχαν και απολάμβαναν τον πολιτισμό.

Βεβαίως, αυτό προϋπόθετε «ελεύθερο χρόνο», σχολήν. Αλλ΄ ακριβώς έχει σημασία ως επιλογή ζωής ότι η σχολή, ο ελεύθερος χρόνος, δεν μετετράπη στην Αθήνα σε σχόλη, σε αργία και ξεκούραση, αλλά αφιερώθηκε στη μόρφωση και στην προέκτασή της, την καλλιέργεια τής ψυχής, κι έτσι εξελίχθηκε σε Σχολή και Σχολείο (απ΄ όπου και η γενίκευσή του: school, cole, Schule, scuola κ.τ.ό.). Αυτή η αποφυγή σχόλης, η α σχολία με σημαντικά θέματα, η συν-ζήτηση με σκοπό την παίδευση, τη διανοητική καλλιέργεια, τη γνώση τού κόσμου και τού εαυτού μας, την παιδεία ως υπέρβαση των απλών βιολογικών αναγκών και άμεση σύνδεση με το πνεύμα τού ανθρώπου μέσα από τα γράμματα, τη φιλοσοφία, τις τέχνες, την επιστήμη, το θέατρο, την πολιτική, τον διάλογο, αυτή η μεγάλη πολιτιστική κληρονομιά κι αυτή η παιδεία είναι που μπορούν να μας εμπνεύσουν και σήμερα.

Είναι σύμπτωση που ο Χρήστος Λαμπράκης είχε μόνιμη έγνοια τον πολιτισμό και την παιδεία;

Ο κ. Γεώργιος Μπαμπινιώτης είναι καθηγητής της Γλωσσολογίας, πρόεδρος του Ελληνικού Ιδρύματος Πολιτισμού, τέως πρύτανης του Πανεπιστημίου Αθηνών. www.babiniotis.gr