Αγγελος Δεληβορριάς, Aρχαιολόγος, 72 ετών

  • Σπούδασε στην Ελλάδα, στη Γερµανία και στη Γαλλία. Το 1965 διορίστηκε στην Ελληνική Αρχαιολογική Υπηρεσία και εργάστηκε στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο της Αθήνας και στις Εφορείες Αρχαιοτήτων Αχαΐας και Αρκαδίας – Λακωνίας ως επιµελητής. Από το 1973 είναι διευθυντής του Μουσείου Μπενάκη. Εχει τιµηθεί µε το αργυρό µετάλλιο της Ακαδηµίας Αθηνών.

Μεγαλώσαµε σε ένα σπίτι µε πάρα πολλά βιβλία. Ο πατέρας µου µας µετέδωσε την αγάπη του για το διάβασµα και κάποιες αρχές σύµφωνα µε τις οποίες µπορούσαµε να κρίνουµε και να αποτιµάµε τα κοινωνικά ζητήµατα. Αυτό του το χρωστάω.

Στα χρόνια της εφηβείας µου, καθοριστική ήταν η γνωριµία µου µε τον Χρήστο και τη Σέµνη Καρούζου, οι οποίοι εκείνη την εποχή εργάζονταν για να σταθεί ξανά το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο στα πόδια του, µετά τον πόλεµο. Επηρεάστηκα πολύ από αυτούς τους ανθρώπους, και αυτό κατηύθυνε τις µεταγενέστερες επιλογές µου.

Δεν πιστεύω ότι οι προσωπικότητες διαµορφώνονται µια κι έξω.Πιστεύω στις διαδικασίες. Η ζωή συνεχίζεται. Κατά τη διαδροµή της ανακαλύπτεις καινούργια πράγµατα, βρίσκεις άλλες διεξόδους. Οι άνθρωποι αλλάζουν. Μαθαίνουν, προσαρµόζονται, µεταστοιχειώνονται – κρατώντας βέβαια κάποια βασικά χαρακτηριστικά που προσδιορίζουν την προσωπικότητά τους.

Ως χαρακτήρας είµαι µάλλον εκρηκτικός, δεν «καταπίνω» κάτι εύκολα. Θα το βγάλω από µέσα µου και αµέσως θα ηρεµήσω. Ετσι αντιµετωπίζω µια πραγµατικότητα καθόλου φιλική, όχι µόνο απέναντι σε µένα, αλλά απέναντι στον πολιτισµό γενικότερα. Δεν θα µπορούσα να τα βγάλω πέρα διαφορετικά.

Πιστεύω στον καθοριστικό ρόλο του θεατή – του παραλήπτη των µηνυµάτων – όσο πιστεύω και στην αξία του δηµιουργού. Πιστεύω ακόµη ότι αντικείµενο της καλλιτεχνικής δηµιουργίας είναι ο άνθρωπος. Μου κάνει όµως εντύπωση το ότι ο άνθρωπος έχει πάψει πια να ενδιαφέρει ευθέως τους καλλιτέχνες. Μπορεί να θεωρούµε ότι διανύουµε την περίοδο των ηλεκτρονικών συστηµάτων και της µηχανής, αλλά, ας µην κοροϊδευόµαστε, οι ανάγκες και τα αιτήµατα δείχνουν προς άλλη κατεύθυνση. Γι’ αυτό και σήµερα βλέπεις παντού το ψάξιµο, το ακαταστάλαχτο.

Αν η Παιδεία δεν είναι ανθρωπιστική, δεν είναι Παιδεία. Αυτή φτιάχνει τον πολίτη – µια έννοια που σχεδόν την έχουµε ξεχάσει πλέον – ο οποίος θα επωµιστεί κάποιες ευθύνες µέσα στο κοινωνικό σύνολο. Δεν θεωρώ τυχαίο το χάλι της Παιδείας µας. Οταν δίδασκα Ιστορία της Τέχνης στο Πανεπιστήµιο, ήταν σαν να απευθυνόµουν στον τοίχο. Η µη καλλιέργεια της κριτικής σκέψης, η µη εµπνευσµένη προσωπική πρόσληψη των γεγονότων, η µη γνώση τού τι συµβαίνει στον κόσµο ως ολότητα, όλα αυτά είναι αδιανόητα. Οταν το κράτος έχει στα χέρια του ένα φρέσκο, νέο µυαλό, που το εκπαιδεύει περίπου 18 χρόνια, θα έπρεπε να «βγάζει» Αϊνστάιν. Αλλά δυστυχώς δεν «βγάζει». Ουδέποτε επένδυσαν οι πολιτικές ηγεσίες στο µόνο σηµαντικό στοιχείο που παράγει η χώρα. Τα µυαλά.

Πιστεύω πολύ έντονα στον λόγο του Δηµόκριτου ότι τίποτα δεν µπορεί να προκύψει από το τίποτα. Ακόµη και ο έρωτας, δεν είναι κάτι που σου συµβαίνει τυχαία. Ξέρεις τι ψάχνεις, τι µπορεί να σε συµπληρώσει. Μπορεί να µην το έχεις ξεκάθαρο µέσα σου, όµως ενστικτωδώς το αναζητάς. Το να συναντήσεις τον άνθρωπο µε τον οποίο θα µοιραστείς τη ζωή σου µπορεί να είναι ένα τυχαίο περιστατικό; Το αντίθετο, νοµίζω πως είναι µάλλον το αποτέλεσµα αυτής της αναζήτησης.

Το µυαλό δεν λειτουργεί ερήµην της καρδιάς, ούτε η καρδιά λειτουργεί ερήµην του µυαλού. Μιλάµε για ένα πράγµα, όχι για δύο διακριτά και διαφορετικά. Οπως είχε πει κάποιος – δεν θυµάµαι ποιος – «Σκέφτοµαι µε την καρδιά µου και συγκινούµαι µε το µυαλό µου».

Δεν µπορώ το τραµπάλισµα. Πάντα θεωρούσα ότι η συνέπεια είναι βασικός παράγοντας για τη δοµή µιας προσωπικότητας. Θεωρώ την πιστή στράτευση σε στόχους και την πολιτική συνείδηση απολύτως απαραίτητες, σε µια εποχή που τείνουν να αποπολιτικοποιηθούν τα πάντα. Θεωρώ επίσης την αισιοδοξία απολύτως απαραίτητη, γιατί διαφορετικά δεν µπορεί να επιβιώσει κανείς. Το ίδιο τη νεανικότητα, γιατί σε γλιτώνει από την αποµόνωση, σου επιτρέπει να επικοινωνείς. Αλλά και ο διάλογος, η ικανότητα και η διάθεση να συζητάς µε τον άλλον, να ψάχνεις µαζί του τρόπους µε τους οποίους µπορούν να επιλυθούν καλύτερα τα προβλήµατα, είναι πολύ σηµαντικές αρετές.

Οταν µε ρωτούν πώς είµαι,συχνά απαντώ «κυκλοφορώ µε τον ζουρλοµανδύα στο χέρι και είµαι έτοιµος να τον φορέσω στον εαυτό µου». Είναι πάρα πολύ δύσκολα τα πράγµατα σήµερα. Αλλά υπάρχουν και πολλές µικρές χαρές µέσα σε αυτόν τον συνεχή αγώνα, που δεν είναι ποτέ ένας αγώνας για τον εαυτό σου, αλλά ένας αγώνας για κάποιες ιδέες, για τους άλλους, για τα πράγµατα. Εκεί µέσα βρίσκεις ψήγµατα χαράς, που σου επιτρέπουν να συνεχίζεις. Και εγώ έχω πολλά τέτοια. Οχι από τον επώνυµο κόσµο, αλλά από τον άλλον.

Δεν µπορώ να αισθανθώ ευτυχισµένος µέσα στο σπίτι µου, αλλά µέσα στα σπίτια όλου του κόσµου. Η ευτυχία για µένα πηγάζει από τον κοινωνικό βίο. Δεν µπορείς να είσαι ευτυχισµένος όταν έχεις επίγνωση όσων συµβαίνουν γύρω σου. Το µόνο που µπορείς είναι να χαρείς κάποιες στιγµές. Το να βρεθώ µόνος µου σε ένα νησί, «µακριά απ’ όλα τούτα», όπως λέει ο Βάρναλης, είναι µια στιγµή χαράς – απολύτως απαραίτητη – που µου επιτρέπει µετά να ξαναπιάσω το κουπί και να συνεχίσω.

Η Ελλάδα είναι ένας πολύ ωραίος τόπος που του έπρεπε µια καλύτερη µοίρα. Οποτε βρίσκοµαι στο εξωτερικό – και βρίσκοµαι αρκετά συχνά – νιώθω να µε πληµµυρίζει ένα αίσθηµα εθνικής περηφάνιας. Λέω µέσα µου «να, στην κακοµοίρα την Ελλάδα, κάτι τέτοιο θα ήταν αδιανόητο».

Τον αγαπάω πάρα πολύ τον τόπο µας. Τους ανθρώπους του, την ιδιοτυπία τους, το απροσδόκητο που σε ξαφνιάζει, το φαγητό του. Και δεν έχω κάνει µπάνιο σε άλλη θάλασσα ποτέ! Ούτε και πρόκειται. Γιατί ακόµη και το νερό είναι διαφορετικό. Τα νερά του Αιγαίου δεν έχουν καµία σχέση µε του Ειρηνικού Ωκεανού, είναι άλλη η σύσταση. Η Ελλάδα είναι ένας τόπος που τον έχει ευλογήσει ο Θεός και τον έχουν καταραστεί οι άνθρωποι.

Δεν θεωρώ ότι το παρελθόν, το παρόν και το µέλλον είναι τρία ασύνδετα συστατικά. Θεωρώ ότι είναι ένα, απολύτως ένα. Στο Μουσείο Μπενάκη, όπου είµαι ταγµένος, αυτό προσπαθούµε να δείξουµε, ότι το σήµερα, το χθες και το αύριο είναι ένα πράγµα.

Είµαι πάνω από 40 χρόνια παντρεµένος.Αν γυρίσω σπίτι και η γυναίκα µου δεν είναι εκεί, ανατρέπεται η ισορροπία µου. Είναι ένας άνθρωπος της συζήτησης – µε τις απόψεις, τις παρατηρήσεις, τις ενστάσεις της. Δεν µπορούµε να κάνουµε ο ένας χωρίς τον άλλον. Αυτό βέβαια δεν σηµαίνει ότι δεν «τρωγόµαστε» περίπου σε καθηµερινή βάση. Αν ο άλλος δεν σε κεντρίζει, η σχέση είναι συµβατική. Διαφορετικά, είναι µια ζωντανή σχέση, µε τα πάνω της και τα κάτω της: τις εκρήξεις, τους θυµούς, τις αγάπες της. Γι’ αυτό και είναι σηµαντικό να παραµένει κανείς νεανικός, ανεξάρτητα από την ηλικία του. Να έχει µια ωριµότητα νεανική, να µπορεί να εκπλήσσεται, να θαυµάζει.

Οι δύο εγγονές µου είναι η µεγαλύτερη χαρά της ζωής µου. Ο λόγος τους είναι ένας πλούσιος, ευφάνταστος λόγος. Τις προάλλες είχαν έρθει σπίτι µου. «Τι κάνετε τώρα;» τις ρωτάω. «Παίζουµε θέατρο». «Κωµωδία παίζετε;». Με κοιτάζει η µία µε απορία και µου λέει «τι θα πει αυτό;». Αφού της εξήγησα, σε κάθε φράση που έφτιαχνε µετά ήθελε να «µπάσει» µέσα την καινούργια λέξη που έµαθε. Μια φορά, θυµάµαι, είχα πει στην κόρη µου: «Να µας τη δώσετε εµάς, εσείς να κάνετε άλλη!». – Δέσποινα Λάδη

Δημοσιεύθηκε στο BHMAMEN, τεύχος 43, σελ. 122-124, Οκτώβριος 2009.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s