Εγώ, η Τzέιν Φόντα

  • Η Τζέιν Φόντα έχει σίγουρα πολλά ταλέντα, αλλά το μεγαλύτερο είναι η δυνατότητά της να δημιουργεί κάθε φορά τον εαυτό της από την αρχή. Στην αυτοβιογραφία της, από την οποία εξασφαλίσαμε αποσπάσματα κατ’ αποκλειστικότητα, μιλάει για τη συναρπαστική ζωή της, την οικογένεια και τους έρωτές της

Υποθέτω ότι με την Τζέιν Φόντα θα ήταν αδύνατον να πλήξει κανείς. Και όχι μόνον επειδή είναι πλέον 72 χρόνων, ξέρει το Χόλιγουντ σαν την τσέπη της και μπορεί να διηγηθεί πολλά για τις περιπέτειες της πολυτάραχης ζωής της. Το σημαντικότερο είναι πως δεν θεωρεί -ούτε σε αυτήν την ηλικία- ότι είναι ώρα να σταματήσει να προκαλεί τον εαυτό της. Η σέξι κούκλα Μπαρμπαρέλα, η ακτιβίστρια του πολέμου του Βιετνάμ με τα τζιν παντελόνια, η ηθοποιός με τα δύο Οσκαρ, η δυναμική δασκάλα του αερόμπικ που λάτρεψαν όλες οι νοικοκυρές, η ανθρωπίστρια, η φεμινίστρια και αυτή η γυναίκα που στην ωριμότητά της δηλώνει κυρίως μητέρα και γιαγιά, γίνεται μπλόγκερ και ταυτόχρονα επιστρέφει θριαμβευτικά στη θεατρική σκηνή του Μπρόντγουεϊ, είναι πάνω από όλα μια αληθινή σταρ. Ισως και κάτι περισσότερο, αφού στο πρόσωπό της αποκτούν υπόσταση όλα τα σημαντικά γεγονότα των τελευταίων σαράντα χρόνων της προοδευτικής Αμερικής, από τη σεξουαλική απελευθέρωση στην πολιτική συνειδητοποίηση και από εκεί στην προσωπική αναζήτηση με πολλή ψυχανάλυση και κοινωνική προσφορά.

  • Το παιχνίδι των αλλαγών

«Γεννήθηκα στις 21 Δεκεμβρίου, τη μικρότερη μέρα του χρόνου. Για μένα ο χρόνος ήταν πάντοτε ένας κύκλος με τον Δεκέμβριο θρονιασμένο στο κάτω μέρος, όπως ο αριθμός 6 σε ένα ρολόι. Και κάθε φορά που αρχίζει ξανά μια χρονιά, βλέπω τον εαυτό μου να ανηφορίζει ακολουθώντας την πορεία των δεικτών του ρολογιού». Ετσι ξεκινάει ο πρόλογος της αυτοβιογραφίας της, ενός ογκώδους βιβλίου που πάλευε στο κομπιούτερ της για πέντε χρόνια. Επιμένει, κάθε λέξη είναι γραμμένη από την ίδια· και γιατί να μην την πιστέψεις; Εχει άλλωστε όλα τα χαρακτηριστικά της: γοητεία, αμεσότητα και ταλέντο. Σχεδόν ταυτόχρονα με αυτό το βιβλίο είχε βγει στις αίθουσες η ταινία της «Κακιά πεθερά», μια κομεντί στην οποία η Φόντα κρατούσε τον δεύτερο ρόλο. Οι κριτικοί δεν ενθουσιάστηκαν, αλλά εκείνη είχε επιστρέψει στο σινεμά ύστερα από απουσία 15 χρόνων και όπως πάντα το κοινό ήταν εκεί.

Παρ’ όλα αυτά η ίδια επιμένει ότι ποτέ δεν έβλεπε τον εαυτό της ως σταρ και η υποκριτική δεν όρισε τη ζωή της. Και τότε τι σημαίνουν γι’ αυτήν τα δύο Οσκαρ που κέρδισε; «Αλίμονο σε αυτούς που καθορίζουν τον εαυτό τους με βάση αυτά που έχουν κάνει κι όχι αυτό που είναι», λέει. Και τότε, ποια πραγματικά είναι; Μήπως ένας χαμαιλέοντας που διατρέχει την οθόνη, όπως είπε αστειευόμενη η κόρη της Βανέσα Βαντίμ;

Η Τζέιν Φόντα αντέχει τη γνώμη των άλλων και δεν διστάζει να αποκαλύπτει τις ατέλειές της. Παραδέχεται ότι υπήρξε μια καλών προθέσεων αλλά μάλλον ανεπαρκής μητέρα, κυρίως για τη μεγάλη κόρη της. Οτι προσπαθούσε διαρκώς να ευχαριστεί τους άντρες της ζωής της συχνά εις βάρος των επιθυμιών της και ότι δεν κατάφερε να ελέγξει τη σεξουαλική της ζωή. Κυρίως όμως ομολογεί ότι η σχέση με τον εαυτό της ήταν ανέκαθεν προβληματική: ένιωθε διαρκώς ανασφαλής, φοβισμένη και ταυτόχρονα έτοιμη να δηλώσει ότι μπορεί να κάνει τα πάντα μόνη. Τα παραπάνω τής κόστισαν τρεις γάμους, τρία διαζύγια και μια πολύχρονη διατροφική διαταραχή (βουλιμία), από την εφηβεία μέχρι τα σαράντα της. Ομως η μικρούλα Τζέιν, το αγοροκόριτσο, πέρασε δύσκολη παιδική ηλικία. Η μητέρα της αυτοκτόνησε λίγο πριν η κόρη της μπει στην εφηβεία μετά από μακρόχρονη νοσηλεία σε ψυχιατρικές κλινικές κι ο πατέρας της, ο αγαπημένος της, ο σπουδαίος ηθοποιός Χένρι Φόντα, ήταν τόσο απόμακρος που ακόμα και η αυστηρή Κάθριν Χέπμπορν εξομολογήθηκε μετά τα γυρίσματα της ταινίας «Χρυσή Λίμνη» στην οποία συμπρωταγωνιστούσαν: «Είναι ο δυσκολότερος άνθρωπος που γνώρισα ποτέ. Κρύος, κρύος, κρύος».

Αντίθετα η ίδια υπήρξε πάντοτε πολύ καλή στο να υπερασπίζεται τους αδύναμους και τους περιθωριακούς, από τους βετεράνους του Πολέμου του Βιετνάμ, τους αυτόχθονες Ινδιάνους και τους παράνομους εργάτες, μέχρι τις ανήλικες μητέρες για τις οποίες ίδρυσε το 1995 την Οργάνωση για την Πρόληψη της Εγκυμοσύνης Ανηλίκων της Τζόρτζια, με την υποστήριξη του ιδρύματος Τέρνερ. Η αντιπολεμική της δράση στα μέσα της δεκαετίας του 1970 της κόστισε μια οργανωμένη εκστρατεία δυσφήμισης με την κατηγορία του αντιαμερικανισμού. Δεν μετάνιωσε γι’ αυτό. Ούτε για την κατοπινή αφιέρωσή της στη γυμναστική, την περίοδο του αερόμπικ, που της χάρισε εκατομμύρια νέους θαυμαστές. Δεν μετάνιωσε ούτε για τον γάμο της με τον πάμπλουτο και νάρκισσο Τεντ Tέρνερ, ιδρυτή του CNN. Εκείνη την εποχή άλλωστε έγινε Πρέσβειρα Καλής Θέλησης του ΟΗΕ, συμμετείχε σε φεμινιστικά fora και ετοίμαζε τον εαυτό της για την «Τρίτη Πράξη» της ζωής της, όπως ονομάζει την περίοδο που ξεκίνησε στα εξήντα της με ένα ακόμη διαζύγιο, την παραδοχή του αλκοολισμού της και την αφαίρεση των εμφυτευμάτων από το στήθος της.

Προφανώς έχει περάσει πολύς καιρός από τότε που η στάρλετ Τζέιν καταβρόχθιζε φαγητό και ύστερα το έκανε εμετό έως και πέντε φορές την ημέρα για να παραμείνει λεπτή. Η σχέση της με το σώμα της επιτέλους αποκαταστάθηκε και ξέρει ότι ποτέ δεν ήταν η Αμερικανίδα Μπαρντό, την οποία ίσως ήλπιζε ότι είχε παντρευτεί ο Ροζέ Βαντίμ. Είναι μια εξαιρετικά κομψή γυναίκα, που η εξυπνάδα, το ταλέντο και η δύναμή της διατηρούν τη νεότητά της. «Κάθε γραμμή που έχω κερδίσει στο δέρμα μου και κάθε πληγή στην καρδιά μου, τώρα είναι δικές μου», λέει. «Τα χέρια μου και η καρδιά μου είναι ορθάνοιχτα καλωσορίζοντας περισσότερες μεταμορφώσεις, όπου κι αν με οδηγήσουν».

  • ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΣΗ ΑΠΟ ΝΕΑ ΥΟΡΚΗ
  • Ο φετινός θρίαμβος στο Μπρόντγουεϊ!
  • ΑΠΟ ΤΟΝ ΜΙΧΑΛΗ ΣΚΑΦΙΔΑ

Κάθομαι στον θρόνο του τυχερού θεατρόφιλου: πρώτη σειρά στο κέντρο του θεάτρου Eugene O’ Neill στο Μανχάταν και τα φώτα χαμηλώνουν. Η αυλαία ανοίγει και εμφανίζεται μπροστά μου απαράλλαχτη και γνώριμη: βαθιά φωνή, ψιλόλιγνη σιλουέτα, σφιχτά στήθια (θα φανούν κάποια στιγμή από το διαφανές εσώρουχό της), χείμαρρος ζωτικότητας και ενέργειας, παρότι, υποτίθεται, αυτή η ηρωίδα είναι άρρωστη και σε δύο ώρες θα πεθάνει. Η Τζέιν Φόντα είναι μια εφτάψυχη διασημότητα, μια ακαταπόνητη γυναίκα της οποίας το μόνο σοβαρό πρόβλημα, όπως δήλωσε η ίδια τις προάλλες, είναι ότι δεν μπόρεσε ποτέ να στεριώσει σε σταθερή σχέση πάνω από λίγα χρόνια, διότι είναι τόσο ανήσυχη, ευέξαπτη, ανυπόμονη, εγωκεντρική και αδιόρθωτη όσο και οι ηρωίδες που κατά καιρούς έχει ενσαρκώσει. Η Φόντα επιστρέφει εφέτος στο Μπρόντγουεϊ σχεδόν ύστερα από μισό αιώνα και αυτό είναι ίσως η επόμενη συναρπαστική είδηση μετά την εκλογή του Ομπάμα στην Αμερική της οικονομικής κατάρρευσης. Οι μεγάλες σταρ αποφεύγουν το θέατρο για γνωστούς και κατανοητούς λόγους (το στρες, η αγωνία, το χαμηλότερο κασέ σε σχέση με το Χόλιγουντ). Αλλά στα 72 της, δοκιμασμένη και αγέραστη, η Φόντα αποζητά κυρίως αυτό που της δίνει το κοινό απόψε: θαυμασμό.

Οι «33 Παραλλαγές» του Μόιζες Κάουφμαν, το πιο φρέσκο και πρωτότυπο έργο που είδα στο Μπρόντγουεϊ την τελευταία δεκαετία, θα ξεχώριζε ίσως και χωρίς την παρουσία της Φόντα. Αλλά ποια θα μπορούσε καλύτερα από εκείνη να ενσαρκώσει αυτήν την εργασιομανή μουσικολόγο, που σε πείσμα της ανίατης αρρώστιας που τη μαραζώνει, περνάει τον τελευταίο χρόνο της ζωής της στη Βιέννη αναζητώντας τους λόγους που ώθησαν τον Μπετόβεν να αφιερώσει τον τελευταίο χρόνο της δικής του ζωής συνθέτοντας 33 παραλλαγές για ένα ασήμαντο βαλς; Λένε πως κάθε μύθος είναι ένας δραπέτης της ιστορίας που αρνείται να πεθάνει και γι’ αυτό το σκάει στα ουράνια της αθανασίας. Η ετοιμοθάνατη Κάθριν χορεύει το βαλς του Μπετόβεν λίγο πριν την τελευταία αυλαία και τραγουδάει «Κύριε Ελέησον» (στα ελληνικά). Με λευκό μακρύ νυχτικό και αιθέριες κινήσεις, η Κάθριν/Τζέιν χάνεται στο βάθος της σκηνής της. Και το κοινό παραληρεί για χάρη της…

«Βρίσκομαι πάντοτε σε πορεία μεταμόρφωσης»

Επιλεγμένα αποσπάσματα από την αυτοβιογραφία «Τζέιν Φόντα: Η ζωή μου», που θα κυκλοφορήσει σε λίγες ημέρες από τις εκδόσεις Ωκεανίδα.

  • Οικογενειακή ζωή

«Υπάρχουν μερικές φωτογραφίες μας που τραβήχτηκαν εκείνη την εποχή. Μόλις μετακομίσαμε στην Καλιφόρνια, το περιοδικό Harper’s Bazaar ήρθε να πάρει συνέντευξη από τον μπαμπά και να φωτογραφίσει την οικογένεια ενώ έκανε πικνίκ -μια από εκείνες τις στημένες δουλειές που κάνουν τα παιδιά των κινηματογραφικών αστέρων να αισθάνονται σαν αντικείμενα σκηνικού. Στις φωτογραφίες καθόμαστε στο γρασίδι: ο μπαμπάς, η μητέρα, ο Πίτερ, εγώ και η Παν (η ετεροθαλής αδερφή μου που είχε τη σέλα), που στα δεκαέξι της ήταν ωραία και πάρα πολύ αισθησιακή.

Σε μια φωτογραφία, ειδικά, φαίνονται όλα ξεκάθαρα. Την ανακάλυψα σ’ ένα λεύκωμα, μετά από πολλά χρόνια ψυχανάλυσης, όταν ήμουνα σε θέση να την κοιτάξω με περισσότερη διορατικότητα και συμπόνια. Ο μπαμπάς είναι στο πρώτο πλάνο, ακουμπάει στους αγκώνες του, είναι γερμένος προς τα πίσω και μοιάζει σαν να σκέφτεται κάτι ενδιαφέρον που δεν έχει σχέση με όλους εμάς. Εγώ είμαι γονατισμένη δίπλα του και τον κοιτάζω με προσήλωση, όπως έκανα συχνά στις οικογενειακές μας φωτογραφίες, δείχνοντας καθαρά ποιον προτιμούσα. Πίσω από μένα, ο Πίτερ παίζει με τη γάτα και η γοητευτική Παν κάθεται νωχελικά.

Κι εκεί, στο βάθος της φωτογραφίας, σαν να είναι σχεδόν παρείσακτη, βρίσκεται η μητέρα. Γέρνει προς τα μπρος, με μια έκφραση πόνου κι αγωνίας στο πρόσωπό της. Αισθάνομαι μεγάλη θλίψη όταν κοιτάζω αυτό το πρόσωπο, και το κοιτάζω συχνά μ’ ένα μεγεθυντικό φακό.»

  • Κληρονομικότητα…

«Μου είναι εύκολο να δω τον πατέρα στον εαυτό μου. Του μοιάζω στην εμφάνιση, ακολούθησα το επάγγελμά του και διαθέτω πολλά από τα αναγνωρίσιμα χαρακτηριστικά του -μαζί, δυστυχώς, και την τάση ν’ απομονώνομαι και να είμαι απότομη (γνωρίσματα από τα οποία προσπάθησα σκληρά ν’ απαλλαγώ). Ομως από τα γονίδια του μπαμπά πήρα και τη χαρακτηριστική μεσοδυτική σταθερότητα, το σεβασμό της αξιοπρέπειας, την ταύτιση με τους καταδυναστευομένους και την αποστροφή για τους τραμπούκους. Του οφείλω την αγάπη μου για τη γη. Παρ’ όλο που μεγάλωσε στην πόλη Ομαχα, δεν μπορείς να ζεις στη Νεμπράσκα -τουλάχιστον δεν μπορούσες εκείνα τα χρόνια- χωρίς να έχεις συνείδηση της γης. Οι μεσοδυτικές πολιτείες είναι η αγροτική περιοχή της χώρας, η οικονομία τους συνδέεται με τα κυματιστά λιβάδια των Μεγάλων Πεδιάδων, που δίνουν την εντύπωση ότι απλώνονται στο άπειρο και δονούνται στον άνεμο.

Πιστεύω ότι ο μπαμπάς κουβαλούσε μέσα του, μέχρι την ημέρα του θανάτου του, μια ηθική που βασιζόταν στη γη, και την κληρονόμησα κι εγώ -όπως και τα παιδιά μου.

Δεν έψαξα ποτέ ν’ ανακαλύψω τι πρόσφεραν τα γονίδια της μητέρας μου στη διαμόρφωση του χαρακτήρα μου, εν μέρει επειδή έμοιαζα στον πατέρα μου κι εν μέρει επειδή ήθελα ν’ απομακρυνθώ από εκείνη. Αλλά έμαθα πως υπάρχουν δικά της ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, για τα οποία της είμαι ιδιαίτερα ευγνώμων. Τα γονίδιά της αραίωσαν κάπως το καλβινιστικό μείγμα του πατέρα και με βοήθησαν να επικοινωνώ με τους ανθρώπους και να τους γαλουχώ -κι επιπλέον ν’ απολαμβάνω μια καλή συντροφιά. Από εκείνη προέρχεται η ικανότητά μου να οργανώνω ένα περίπλοκο οικογενειακό περιβάλλον, καθώς και η γενναιοδωρία μου.»

  • Τα χρόνια της βουλιμίας

«Πέρασαν πολλά χρόνια μέχρι να επιτρέψω στον εαυτό μου να παραδεχτεί ότι αυτό που έκανα ήταν καταστροφικό κι ότι ήμουνα εθισμένη. Οπως ο αλκοολισμός, η ανορεξία κι η βουλιμία είναι αρρώστιες που οφείλονται στην άρνηση. Κοροϊδεύεις τον εαυτό σου πιστεύοντας ότι το ελέγχεις κι ότι μπορείς να το σταματήσεις όποτε θέλεις. Ακόμα κι όταν ανακάλυψα πως δεν μπορούσα να σταματήσω, ακόμα και τότε δεν πίστευα πως ήμουνα εθισμένη· το θεωρούσα μάλλον απόδειξη της αδυναμίας και της ανικανότητάς μου. Τώρα αυτό μου φαίνεται εντελώς εξωφρενικό, αλλά το να μέμφεσαι τον εαυτό σου είναι μέρος της ασθένειας. Η αρρώστια μου άρχισε όταν πήγαινα στη δεύτερη Γυμνασίου στο εσωτερικό σχολείο και κράτησε -με τον ένα ή τον άλλο τρόπο- μέχρι λίγο μετά τα σαράντα. Σ’ αυτό το διάστημα παντρεύτηκα δυο φορές κι έκανα δυο παιδιά. Οι άντρες μου δεν το έμαθαν ποτέ, ούτε τα παιδιά μου, ούτε κάποιος από τους φίλους και συνεργάτες μου.

Σε αντίθεση με τον αλκοολισμό, είναι εύκολο να κρύψεις τη βουλιμία. Οπως οι περισσότεροι άνθρωποι με διατροφικές διαταραχές, έγινα ειδήμονας στο να κρύβω την αρρώστια μου…Ημουνα σίγουρη πως έλεγχα την κατάσταση και μπορούσα να σταματήσω ακόμα κι αύριο, αν το ήθελα πραγματικά. Συχνά ήμουνα κουρασμένη, ευέξαπτη, εχθρική κι άρρωστη εξαιτίας αυτού του πράγματος, αλλά η θέληση να διατηρήσω την εμφάνισή μου ήταν τόσο μεγάλη, ώστε τον περισσότερο καιρό κανείς δεν γνώριζε πού οφειλόταν στην πραγματικότητα η αδυναμία μου.»

  • Η ανακάλυψη ενός ταλέντου

«Μετά από ενάμιση μήνα που παρακολουθούσα τα μαθήματα του Λι, του είπα τελικά πως ήμουν έτοιμη να κάνω την πρώτη μου άσκηση. Την άλλη βδομάδα με κάλεσε στη σκηνή. Ενώ καθόμουνα σε μια καρέκλα, στο κέντρο της σκηνής, αισθανόμουνα περισσότερο ταραγμένη απ’ οποιαδήποτε άλλη φορά στη ζωή μου. Μου φαινόταν πως υπήρχαν πολύ περισσότεροι άνθρωποι απ’ ό,τι συνήθως στην τάξη εκείνη την ημέρα και σκέφτηκα πως είχαν έρθει για να με δουν ν’ αποτυγχάνω. Αλλά ξεκίνησα, βάζοντας τα δάχτυλά μου γύρω από το φανταστικό ποτήρι με τον παγωμένο χυμό πορτοκάλι. Εκλεισα τα μάτια και πολύ σύντομα αισθάνθηκα μόνη στον κόσμο των αισθήσεων· τα νεύρα στις άκρες των δαχτύλων μου αισθάνθηκαν το κρύο. Ανοιξα τα μάτια και σήκωσα αργά το ποτήρι, δοκιμάζοντας το βάρος του έως ότου μπορούσα να το αισθανθώ στο χέρι μου, και καθώς έφερνα το ποτήρι στο στόμα, τα αισθητήρια όργανα της γεύσης στη γλώσσα μου ξύπνησαν σε αναμονή του γλυκόξινου υγρού. Γευόμουνα για πρώτη φορά τη μοναδική εμπειρία των ηθοποιών: ήξερα ότι βρίσκομαι πάνω στη σκηνή, μπροστά σε κοινό, κι ότι προσποιούμαι -αλλά ταυτόχρονα ήμουν ολομόναχη κι ολοκληρωτικά δοσμένη στη στιγμή.

Αυτό που ακολούθησε ήταν η σημαντικότερη μέχρι τότε στιγμή της ζωής μου. Ο Λι με κοίταζε χωρίς να μιλάει. Υστερα είπε χαμηλόφωνα: «Εχω δει πολλούς να περνάνε από δω, Τζέιν, αλλά εσύ έχεις αληθινό ταλέντο».

Η κορφή του κεφαλιού μου άνοιξε, πουλιά πέταξαν έξω και το δωμάτιο λούστηκε με φως. Ο Λι Στράσμπεργκ μου είπε ότι έχω ταλέντο. Δεν είναι πατέρας μου ή κάποιος υπάλληλος του πατέρα μου. Βλέπει ηθοποιούς όλη μέρα, κάθε μέρα. Δεν ήταν υποχρεωμένος να το πει αυτό. Ξέρω πως δεν το είπε για να «κάνει τον καλό».

Εκείνη τη στιγμή η ζωή μου έκανε μια ανάποδη τούμπα, αν και δεν κατάλαβα τότε γιατί είχε τόσο τεράστια επίδραση πάνω μου. Oταν βγήκα έξω, στο τέλος του μαθήματος, η πόλη φαινόταν διαφορετική, σαν να μου ανήκε ένα κομμάτι της. Εκείνο το βράδυ ξάπλωσα στο κρεβάτι με την καρδιά μου να χτυπάει τρελά κι όταν ξύπνησα το άλλο πρωί ήξερα γιατί ήμουνα ζωντανή, τι ήθελα να κάνω.»

  • Η σχέση με τον πατέρα

«Ηρθε η στιγμή για τα κοντινά πλάνα του μπαμπά, και πριν αρχίσουμε ρώτησα: «Είσ’ εντάξει, μπαμπά; Μπορείς να δεις τα μάτια μου;»

«Δεν χρειάζεται να δω τα μάτια σου», απάντησε περιφρονητικά. «Δεν είμαι τέτοιου είδους ηθοποιός».

Θεέ μου! Τα λόγια του με πλήγωσαν βαθιά. Eνιωσα μεγάλη ταπείνωση. Ξέχασε πως γύριζα αυτή την ταινία για χάρη του. Ξέχασε τα δύο Oσκαρ μου, ξέχασε πως ήμουνα μητέρα δύο παιδιών. Ξαφνικά είχα υποβιβαστεί σ’ ένα φοβισμένο, ανασφαλές κορίτσι, όπως κι η ηρωίδα μου. Oπως λέει η Τσέλσι στη μητέρα της σε μια άλλη σκηνή: «Οπουδήποτε αλλού λειτουργώ σαν μεγάλος άνθρωπος.

Στην Καλιφόρνια είμαι υπεύθυνη για ένα σωρό πράγματα… αλλά όταν ξαναβρίσκομαι εδώ, μαζί του, γίνομαι ένα μικρό, παχύ κοριτσάκι!» Μπορούσα εύκολα να ταυτιστώ μαζί της.

Απ’ την άλλη μεριά -κι αυτό είναι που κάνει τη ζωή των ηθοποιών τόσο ενδιαφέρουσα· διάβολε, ίσως γι’ αυτό κάποιοι γινόμαστε ηθοποιοί-, ενώ ένα κομμάτι του εαυτού μου υπέφερε συναισθηματικά εξαιτίας της παρατήρησής του, το άλλο μισό μου έλεγε: Θεέ μου… Eτσι ακριβώς πρέπει να αισθάνομαι. Αυτός ο πόνος είναι τέλειος για το ρόλο μου.

Oταν τέλειωσε η σκηνή κι όλοι ετοιμάστηκαν να γυρίσουν στα σπίτια τους, εγώ έμεινα καθισμένη στον καναπέ, ανίκανη να κινηθώ, αλλά σίγουρη πως κανείς δεν κατάλαβε πόσο με είχε πληγώσει η παρατήρηση του μπαμπά.

Προς μεγάλη μου έκπληξη, η δεσποινίς Χέπμπορν ήρθε και κάθισε δίπλα μου, μ’ αγκάλιασε και μου ψιθύρισε στ’ αυτί: «Ξέρω καλά πώς αισθάνεσαι, Τζέιν. Ο Σπένσερ συνήθιζε να μου φέρεται έτσι όλη την ώρα. Oταν τέλειωνα με τα κοντινά πλάνα μου, μου έλεγε να πάω σπίτι, έλεγε πως δεν ήταν απαραίτητο να είμ’ εκεί, πως μπορούσε να κάνει το ίδιο καλά τα κοντινά πλάνα του μαζί με την υπεύθυνη διαλόγων. Σε παρακαλώ, προσπάθησε να μη στενοχωριέσαι. Ο μπαμπάς σου δεν καταλαβαίνει πως τα λόγια του σε πληγώνουν. Δεν ήθελε να σε πληγώσει. Απλώς μοιάζει με τον Σπένσερ». Την ευγνωμονούσα απ’ τα βάθη της ψυχής μου για την κατανόηση και τη συμπόνια της. Μου απέδειξε πως δεν τα είχα φανταστεί όλ’ αυτά. Είχα μια μάρτυρα. Δεν ήμουνα μόνη μου πια.»

  • Για τις γυναίκες

«Βρισκόμαστε στο 1994. Μου ζητήθηκε να γίνω πρέσβειρα καλής θελήσεως του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών για θέματα Πληθυσμού και να συμμετάσχω στη Συνδιάσκεψη για τον Πληθυσμό και την Ανάπτυξη που επρόκειτο να γίνει στο Κάιρο. Η πρόσκληση με ώθησε να μελετήσω σκληρότερα. Αν και είχα πάει με τον Τεντ στη Διάσκεψη Κορυφής για τη Γη, που είχε γίνει στο Ρίο ντε Τζανέιρο δυο χρόνια νωρίτερα, δεν είχα συμμετάσχει ποτέ σε συνέδριο των Ηνωμένων Εθνών. Στο Ρίο είχα δει πως τις γυναίκες που παρίσταντο τις είχαν ξαποστείλει στην άκρη της θάλασσας, όπου όλες οι μη κυβερνητικές οργανώσεις (ΜΚΟ) είχαν συγκροτήσει ένα ξεχωριστό Λαϊκό Φόρουμ μακριά από την επίσημη διάσκεψη (όπου γινόταν η «αληθινή δουλειά»). Κατά τα φαινόμενα, οι γυναίκες, όπως και οι ΜΚΟ, θεωρούνταν «ομάδα ειδικού ενδιαφέροντος» και δεν είχαν θέση στο τραπέζι. Στο χρόνο που ακολούθησε κατάλαβα πως οι γυναίκες δεν αποτελούν κλίκες, συμπληρωματικά θέματα, ή κάποιο δευτερεύον θέμα με το οποίο ασχολούμαστε αφού έχουμε επιλύσει όλα τ’ άλλα. Οι γυναίκες είναι το θέμα -το βασικό θέμα. Αποτελούν το μεγαλύτερο κομμάτι της ανθρωπότητας, κι αυτά που αποκαλούνται ανθρώπινα δικαιώματα αφορούν κι αυτές. Οι προσπάθειες που γίνονται για να λυθεί οποιοδήποτε πρόβλημα -της φτώχειας, της ειρήνης, της ανάπτυξης, του περιβάλλοντος, της υγείας- και δεν λαμβάνουν υπόψη τους τις γυναίκες, είναι καταδικασμένες ν’ αποτύχουν.»

Εκείνη και οι άντρες

«Θυμάμαι κάτι που μου είπε η Κάθριν Χέπμπορν όταν γυρίζαμε την ταινία Στη χρυσή λίμνη: «Μη γελιέσαι, Τζέιν, οι γυναίκες διαλέγουν τους συντρόφους τους, κι όχι το αντίθετο». Αν είν’ αλήθεια αυτό (και θέλω να πιστεύω πως είναι), τότε, και παρά τα όσα έγιναν, αισθάνομαι πως διάλεξα σωστά. Εμαθα κι ωρίμασα με τον Βαντίμ, με τον Τομ και τον Τεντ (μερικές φορές χάρη σ’ αυτούς, μερικές φορές σε πείσμα τους), κι είμαι ευγνώμων γι’ αυτό. Πρέπει να πω επίσης, με την πείρα που έχω αποκτήσει, πως κάθε διαζύγιο, όσο επώδυνο κι αν ήταν τότε, σήμανε ένα βήμα μπροστά, ήταν μάλλον μια ευκαιρία για προσωπικό επαναπροσδιορισμό παρά μια αποτυχία -σαν ν’ αλλάζεις γλάστρα σ’ ένα φυτό που έχει μεγαλώσει. Ασφαλώς και θα ‘θελα να είχα βρει μόνο ένα σύζυγο, που θα ήταν εξίσου πρόθυμος να επαναπροσδιοριστεί, ώστε να κάνουμε μαζί ολόκληρο το ταξίδι, αλλά για τους περισσότερους άντρες είναι δυσκολότερος ο προσωπικός επαναπροσδιορισμός, και ειδικά όταν υποτίθεται ότι υπό πατριαρχικές συνθήκες δεν τον χρειάζονται. Με δεδομένες τις δυσκολίες που είχαν οι γονείς μου με τις σχέσεις, και με δεδομένη την προσωπική μου εξέλιξη, φαίνεται πως δεν ήταν γραφτό μου να διαλέξω σωστά για μακρινό ταξίδι. Τώρα παρηγοριέμαι ξέροντας ότι αν έπρεπε να διαλέξω ξανά, το ταξίδι θα ήταν συντομότερο.»

Το άγχος των γυρισμάτων

«Συνήθως, το πρωί που θα γυριστεί η κρίσιμη σκηνή ξυπνάω με ναυτία και το στομάχι μου δεμένο κόμπο. Φτάνω στο στούντιο, όπου με μακιγιάρουν και με χτενίζουν, και κάποια στιγμή μου ζητούν να σταματήσω ό,τι κάνω και να πάω στο πλατό για πρόβα. Πρέπει να τα δώσω όλα; Αν τα δώσω όλα τώρα, υπάρχει ο κίνδυνος να μη μείνει τίποτα για τη στιγμή του πραγματικού γυρίσματος… Απ’ την άλλη, ο σκοπός της πρόβας είναι να δούμε ποιες θα είναι οι κινήσεις μου ώστε να στηθούν τα φώτα και να ξέρει η κάμερα πού θα μ’ ακολουθήσει· εξάλλου, αν δεν βουτήξω αρκετά βαθιά στα συναισθηματικά νερά κατά τη διάρκεια της πρόβας, πώς θα ξέρω μέχρι πού μπορώ να φτάσω; Κι έτσι κάνω την πρόβα και προσεύχομαι να έχω δώσει αρκετά, αλλά όχι τα πάντα.

Μόλις τελειώσει η πρόβα, επιστρέφω στο καμαρίνι μου για να τελειώσω με τα μαλλιά και το μακιγιάζ και μετά περιμένω, ενώ το συνεργείο φωτίζει τη σκηνή και δοκιμάζει τις κινήσεις της κάμερας χρησιμοποιώντας την αντικαταστάτριά μου. Μπορεί να περιμένω μισή ή μία ώρα, ή, αν το στήσιμο είναι πολύπλοκο, τρεις ώρες. Τι να κάνω; Να διαβάσω ένα βιβλίο ή ν’ αρχίσω μια συζήτηση, διακινδυνεύοντας να παρασυρθώ συναισθηματικά πολύ μακριά από κει που θα ‘πρεπε να ‘μαι; Κάθομαι και σκέπτομαι τη σκηνή, διακινδυνεύοντας να την αντιμετωπίσω μόνο εγκεφαλικά; Η πρόκληση είναι να γνωρίζω τον εαυτό μου αρκετά καλά ώστε να ισορροπώ σωστά ανάμεσα στη φυσική χαλάρωση και τη συναισθηματική επαγρύπνηση και να ωφελούμαι όσο το δυνατόν περισσότερο απ’ αυτή την αναμονή, που διαρκεί από μία έως τρεις ώρες. Είναι δύσκολο όμως να μην αισθανθείς σαν μπαλόνι που χάνει σιγά σιγά αέρα.

Κι ύστερα φτάνει η στιγμή. Το χτύπημα στην πόρτα: «Είμαστε έτοιμοι, κυρία Φόντα». Για να πω την αλήθεια, ένα μικρό κομμάτι του εαυτού μου (που προσπαθώ να το αγνοήσω) έλπιζε ότι θα ‘πιανε φωτιά το πλατό ή θα πάθαινε κάτι ο σκηνοθέτης και θα καθυστερούσε αυτή η στιγμή -ίσως κι ένα χρόνο. Αλλά όχι. Κάποιος χτυπάει στην πόρτα. Δεν υπάρχει διαφυγή τώρα. Κι έτσι βγαίνω απ’ το καμαρίνι κι αρχίζω το ατέλειωτο περπάτημα ώς εκεί που περιμένουν όλοι, και οι εκατό άνθρωποι που δουλεύουν καθημερινά σε μια ταινία. Καθώς αισθάνομαι όλα τα βλέμματα πάνω μου, μου ‘ρχεται στο μυαλό το θέμα του μισθού. Γιατί δεν συμφώνησα να κάνω αυτό το αναθεματισμένο πράγμα δωρεάν; Το ξέρω πως υπάρχουν άνθρωποι στο πλατό που απλώς περιμένουν να δουν αν αξίζω όλο αυτό το χρήμα, σαν εκείνο το νεαρό πάνω στη σκάλα που διαβάζει το περιοδικό για τα σπορ με το αφιέρωμα στα μαγιό. Κάποιος μου είχε πει ότι τα γυρίσματα μιας ταινίας του Χόλιγουντ κοστίζουν κατά μέσον όρο εκατό χιλιάδες δολάρια την ημέρα. Αν η σημερινή μέρα δεν πάει καλά, μπορεί να ζητήσω να την αφαιρέσουν απ’ το μισθό μου· αλλιώς μπορεί να μη με ξαναπροσλάβουν. Σας παρακαλώ, αφήστε με να χαλαρώσω, βοηθήστε με να παραμείνω αληθινή, πέστε στη μούσα μου να σταθεί δίπλα μου τώρα. Φτάνω στο πλατό, που μόλις πριν από λίγο, στη διάρκεια της πρόβας, ήταν ένα μέρος γεμάτο ευεργετικές σκιές. Τώρα δεν είναι παρά ένα ανελέητο εκτυφλωτικό φως, κάτω από το οποίο μπορεί να καταρρεύσω μπροστά στα μάτια όλων. Πάρε βαθιά αναπνοή, Τζέιν. Φύγε από το κεφάλι σου και μπες στο σώμα σου…»

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s